Εκεί όπου ο Μπόμπ Ντύλαν συναντά τον Τζιμ Μόρισον, την Πάττυ Σμιθ και τον Τομ Βερλέιν, τον Κερτ Κομπέιν και τον Τζέιμς Ντην, τον Χένρι Μίλερ και τον Καμύ, τον Τζακ Κέρουακ και τον Γκρέγκορυ Κόρσο, και τόσους άλλους.
"Άλλοτε, αν θυμάμαι καλά, η ζωή μου ήταν μια γιορτή όπου άνθιζαν όλα τα αισθήματα και έρεε κάθε λογής οίνος. Μια βραδιά κάθισα στα γόνατα μου την Ομορφιά. Και την βρήκα φαρμάκι. Και την καταράστηκα. Ξεσηκώθηκα ενάντια στην εξουσία. Πήρα τους δρόμους. Αχ, μάγισσες, δυστυχία, μίσος, σ´ εσάς εμπιστεύθηκα το θησαυρό μου!" …… "Την ξαναβρήκα! Ποιά; την αιωνιότητα. Είναι η θάλασσα που σμίγει Με τον ήλιο. Ψυχή μου εσυ αθάνατη, Στον όρκο σου δοσμένη Κι ας είναι η νύχτα αβάσταχτη Κι η μέρα κολασμένη." (Μια εποχή στην κόλαση)
"Είναι ο έρωτας, του μέτρου η τελειότητα και η επανεφεύρεση, του θαύματος και του απρόβλεπτου η λογική, και η αιωνιότητα: μηχανή λατρεμένη με ιδιότητες πεπρωμένου. Όλοι μας νιώσαμε το δέος εκείνο που μας δίνεται, κι εμείς να του δινόμαστε: α! ηδονή να σφύζουμε από υγεία, να ορμάμε όλο χαρίσματα πηγαία, με τη στοργή του εγωισμού και τη μανία μας για κείνο, εκείνο που θα μας λατρεύει όσο θα ζει εσαεί…. "(Εκλάμψεις)
"Κι έτσι, από τότε κολυμπώ και φεύγω μες στο Ποίημα Της Θάλασσας, που πότισε το γάλα του αστεριού, Ρουφώ το πράσινο γλαυκό, κι εκστατικά στο κύμα Χλομός βουλιάζει ο ρεμβασμός πνιγμένου κουφαριού. Εκεί, τονίζοντας το μπλε, ρυθμοί και παραζάλη, Σιγά μες στην ολόχρυση της μέρας ξαστεριά, Πιο δυνατά κι απ' το πιοτό, τη λύρα τη μεγάλη, Κάνουν να βράζει του έρωτα η πίκρα κι η φωτιά!" (Μεθυσμένο καράβι)
Κάποιες ιστορίες δεν γράφτηκαν μόνο σε χαρτί αλλά και σε βινύλιο
Ένας δίσκος που σημάδεψε την εποχή του. Ένα βιβλίο που άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Εδώ, οι νότες συναντούν τις σελίδες. Δύο τέχνες. Μια κοινή αγωνία. Ένας δίσκος. Ένα βιβλίο. Όχι επειδή μοιάζουν. Αλλά επειδή μιλάνε για το ίδιο πράγμα. Για την υπαρξιακή και αισθητική τους αντιστοιχία. Την κοινή αγωνία, το ύφος, την εποχή. Την κοινωνία γύρω τους. Βάλτε τον δίσκο στο πικάπ. Ανοίξτε το βιβλίο.
Υπάρχουν έργα που δεν θέλουν να σε κάνουν να νιώσεις άνετα. Θέλουν να σε ταράξουν, να σ' ενοχλήσουν. Το The Velvet Underground & Nico δεν προσπαθεί να είναι όμορφο. Δεν προσπαθεί να είναι ευχάριστο. Μιλάει για το σώμα, τα ναρκωτικά, την επιθυμία και την αποξένωση χωρίς ωραιοποίηση. Δεν
εξηγεί. Δεν σχολιάζει. Καταγράφει. Ο ήχος είναι επαναληπτικός, ψυχρός,
σχεδόν μηχανικός, σαν τις ζωές που περιγράφει. Το ίδιο ακριβώς κάνει και το Γυμνό Γεύμα. Ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται εύκολα, Ένα κείμενο αποσπασματικό, χαοτικό, συχνά βίαιο. Δεν αφηγείται μια
ιστορία. Εκθέτει εμπειρίες. Ο Burroughs δεν έγραψε απλώς ένα βιβλίο· δημιούργησε μια νέα γλώσσα,
ακριβώς όπως ο Lou Reed και ο John Cale δημιούργησαν έναν νέο ήχο που
«πάντρευε» το θόρυβο με τη μελωδία.
Δεν είναι έργα για όλους. Και δεν θέλουν να γίνουν. Δεν ζητούν να τα αγαπήσεις. Ζητούν να τα αντέξεις. Και αν τα αντέξεις,
σου δείχνουν έναν κόσμο που συνήθως μένει κρυμμένος. Όχι για να τον
δικαιολογήσεις. Αλλά για να τον αναγνωρίσεις. Και στα δύο η τέχνη δεν παρηγορεί. Δεν εξαγνίζει. Δεν προσφέρει
λύτρωση. Προσφέρει αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια είναι άβολη. Μιλούν για το περιθώριο όπως είναι: δύσκολο, επαναληπτικό, συχνά
αδιέξοδο. Χωρίς μεταφορές. Χωρίς φίλτρα.
Η μουσική των Velvet Underground είναι το ηχητικό ισοδύναμο του να
διαβάζεις Burroughs σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με μια λάμπα που
τρεμοπαίζει.
Υπάρχουν έργα που δεν κοιτάζουν τον κόσμο. Κοιτάζουν προς τα μέσα.
Το A Love Supreme του John Coltrane δεν είναι απλώς ένας τζαζ δίσκος. Ο Coltrane δεν παίζει απλώς μουσική· ακούει, επιμένει, επιστρέφει. Οι κραυγές του σαξοφώνου, οι πολυρρυθμίες και οι διαφωνίες δεν είναι
θόρυβος· είναι η ενσωμάτωση όλης της ανθρώπινης εμπειρίας σε μια ενιαία
προσευχή. Είναι εξομολόγηση. Πνευματική αφύπνιση. Ευγνωμοσύνη. Ευχαριστία προς το θείο. Το άλμπουμ είναι δομημένο σαν τελετουργία: Αναγνώριση. Απόφαση. Δοκιμασία. Ευχαριστία.
Το Σιντάρτα του Hermann Hesse δεν είναι θρησκευτικό κείμενο. Ο Σιντάρτα δεν αναζητά τη φώτιση μέσα από δόγματα ή δασκάλους. Ακολουθεί
την άσκηση, την απόλαυση, την απώλεια, την απογοήτευση, μέχρι να
καταλάβει ότι η σοφία δεν μεταδίδεται, αλλά βιώνεται.
Και τα δύο συναντιούνται στο ίδιο υπαρξιακό σημείο: στην ανάγκη του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του όχι μέσω γνώσης, αλλά μέσω εμπειρίας. Η συγγένεια τους βρίσκεται στην ταπεινότητά τους. Ούτε ο Έσσε ούτε ο Coltrane υπόσχονται λύτρωση. Και τα δύο έργα είναι πνευματικές οδύσσειες. Όπως ο Coltrane
χρησιμοποιεί το σαξόφωνο για να φτάσει στο Θείο, ο Έσσε χρησιμοποιεί τον
Σιντάρτα για να περιγράψει την αναζήτηση της φώτισης. Είναι η απόλυτη
προσευχή, δοσμένη μέσα από την τέχνη.
Δεν είναι έργα αναζήτησης. Είναι έργα επίγνωσης. Δεν αποτελούν απλώς τέχνη, αλλά πνευματικές καταθέσεις.
Ο Έσσε γράφει ότι ο Σιντάρτα έμαθε να "ακούει" το ποτάμι. Ο Coltrane έμαθε να "ακούει" το Σύμπαν. Και οι δύο κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: Η Αγάπη είναι το μοναδικό νόημα.
Ένα playlist για τον Hermann Hesse, κομμάτια που κουβαλάνε τον ίδιο τρόπο σκέψης, τον ίδιο ρυθμό ανάσας. Σαν να γράφτηκαν με το ίδιο χέρι, απλώς σε άλλο μέσο.
(εσωτερική πορεία – πνευματική ένταση χωρίς δόγμα)
Ένα μυθιστόρημα που γοητεύει τα μάτια και τα αυτιά. Που το διαβάζεις και το ακούς ταυτόχρονα.
Η
Toni Morrison εμπνέεται από μία φωτογραφία και γράφει το μυθιστόρημα
Jazz, βασισμένη, όσον αφορά την δομή της αφήγησης, τον ρυθμό και τις
παραλλαγές της ιστορίας, στην Jazz μουσική, χρησιμοποιώντας τα
χαρακτηριστικά της, δηλ. το σύντομο εισαγωγικό βασικό θέμα-μελωδία και
τους αυτοσχεδιασμούς-παραλλαγές.
Η
Morrison τοποθετεί την ιστορία της στα μέσα της δεκαετίας του 1920,
μιας δεκαετίας που οι Αφρο-αμερικανοί αρχίζουν να βρίσκουν τα βήματα
τους στον κοινωνικό ιστό, κυρίως στις πόλεις. Και μια δεκαετία όπου η
Jazz, ως η νέα μουσική, ενσωμάτωσε και εξέφρασε μια νέα αίσθηση
ατομικής ελευθερίας και έγινε συνώνυμη με την κουλτούρα από την οποία
ξεπήδησε.
Έτσι
η Morrison, ακολουθώντας την δομή της Jazz μουσικής, εισάγει μέσω του
αφηγητή το βασικό θέμα-μελωδία: την ιστορία του Τζο και της Βάιολετ,
ενός 50χρονου έγχρωμου ζευγαριού που μετανάστευσε στην Πόλη (Ν. Υόρκη –
Χάρλεμ) από τις νότιες πολιτείες, τον έρωτα του Τζο για τη 18χρονη
Ντόρκας και τη δολοφονία της νεαρής ερωμένης του "ένας από
εκείνους του ολέθριους, τρομακτικούς έρωτες που τον έκανε να νιώθει
τέτοια θλίψη και ευτυχία ώστε την σκότωσε μόνο κα μόνο για να κρατήσει
ζωντανό τούτο το αίσθημα", καθώς και τη βίαιη επίθεση της
Βάιολετ με μαχαίρι στο πρόσωπο της νεκρής Ντόρκας, στην κηδεία της. Μια
παράγραφος όλη η ιστορία.
Αυτή η ιστορία είναι η "βασική μελωδία"του
μυθιστορήματος. Στην συνέχεια παρουσιάζονται ένας-ένας οι χαρακτήρες,
δίνοντας την δική τους περιγραφή στην ιστορία, ξανα διηγώντας την και
επιτρέποντας στον αναγνώστη να την ξαναζήσει μέσω της δική τους
προοπτικής. Και όπως ένας σολίστ της τζαζ που αυτοσχεδιάζει σε ένα
βασικό θέμα και στην πορεία του αυτοσχεδιασμού συνεχώς επινοεί,
επεξεργάζεται, παρεκκλίνει και εξερευνά, έτσι και ο αφηγητής κάνει το
ίδιο πράγμα με αυτήν τη "μελωδία", την ιστορία έρωτα-πάθους που
περιγράφεται στις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος.
Η φωνή του αφηγητή
και των χαρακτήρων-σολίστ, αυτοσχεδιάζει μια ιστορία, ή και πολλές,
προσθέτοντας συνεχώς, αναθεωρώντας, επινοώντας, με συνεχόμενα μπρος-πίσω
ανάμεσα στους διάφορους χαρακτήρες. Η ίδια η Morrison λέει στον πρόλογο
"δεν ήθελα απλώς ένα μουσικό υπόβαθρο. Ήθελα η δουλειά μου να είναι μία
εκδήλωση της ευφυίας, του αισθησιασμού, της αναρχίας της μουσικής· της
ιστορίας της, του φάσματός της, της νεωτερικότητάς της".
Και
η Morrison μέσα από αυτή την απλή ιστορία μιλάει για ρατσισμό,
επιμειξία, ισότητα φύλων, κοινωνική ισότητα, έρωτα, πάθος, αποπλάνηση,
απόγνωση, συγχώρεση, εξιλέωση, χωρίς ποτέ να γίνεται μελόδραμα.
Και
όπως κάθε κομμάτι της Jazz βασίζεται πάνω στην rhythm section,
μπάσο-ντραμς δηλαδή, που κρατάνε τον ρυθμό και γεμίζουν με ηχόχρωμα την
μουσική, έτσι και η Morrison χρησιμοποιεί ως βάση την Πόλη (πάντα με
κεφαλαίο Π). Αυτή προστατεύει, διδάσκει αλλά και τσακίζει. Εκεί που
ζουν, περπατούν, διασκεδάζουν, ερωτεύονται, ονειρεύονται και πεθαίνουν
οι ήρωές της.
"Τρελαίνομαι
γι’ αυτή την Πόλη. Το φως της μέρας γέρνει σαν ξυράφι και κόβει τα
κτίρια στη μέση. Στο πάνω μισό, βλέπω πρόσωπα να χαζεύουν τον δρόμο,
αλλά δεν είναι εύκολο να ξεδιαλύνω ποια είναι τα ανθρώπινα και ποια τα
λαξεμένα στην πέτρα. Κάτω, στη σκιά, συμβαίνουν τα συνηθισμένα:
κλαρινέτα και ερωτικά αγκαλιάσματα, γρονθοκοπήματα και φωνές λυπημένων
γυναικών. Μια πόλη σαν κι αυτή μου φέρνει όνειρα γεμάτα αυτοπεποίθηση,
με κάνει να νιώθω μέσα στα πράγματα. Πάμε"
"Κάνε ότι σου αρέσει στην πόλη, αυτή είναι πάντα εκεί να σε προστατεύει και να σε τυλίγει, ότι και αν κάνεις"
"Κανείς
δεν λέει πως είναι ωραία εδώ, ούτε και εύκολα, αλλά είναι ξεκάθαρα. Αν
μάθεις καλά τους δρόμους που ξετυλίγονται μπροστά σου, η πόλη δεν μπορεί
να σε βλάψει. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από το δρομολόγιο που έχει
χαράξει η πόλη για σένα"
"Ένα είναι σίγουρο: οι δρόμοι θα σε μπερδέψουν, θα σε διδάξουν ή θα σε τσακίσουν"
Μπορεί
η Morrison να αναφέρεται στην Jazz της δεκαετίας του 1920, το Swing,
πιστεύω όμως ότι όταν έγραφε την δική της Jazz, είχε στο μυαλό της την
μετέπειτα εξέλιξή της μουσικής, που έζησε και η ίδια. Το μυθιστόρημα
έχει τον θυμό και την οργή της Bebop του Charlie Parker, την νοσταλγία
και την θλίψη του Sadness του Ornette Coleman, την εξιλέωση του A Love
Supreme του John Coltrane, την rhythm section και το ηχόχρωμα του
Charlie Mingus, την συγχώρεση του Don’t blame me του Thelonious Monk,
την απόγνωση του Volunteered Slavery του Rahsaan Roland Kirk, τον έρωτα,
την αγάπη και την ολοκλήρωση του Kind of Blue του Miles Davis.
Στην Rock φιλολογία κυκλοφορεί μία πασίγνωστη ρήση, "Αν γίνει πυρηνικός πόλεμος δύο είδη θα καταφέρουν να επιζήσουν, οι κατσαρίδες και ο Keith Richards". Και αυτό γιατί με ότι έχει ζήσει και έχει περάσει αυτός ο άνθρωπος, είναι απορίας άξιο πως καταφέρνει και επιβιώνει, και μάλιστα στα 70κάτι του. Η απάντηση στο βιβλίο "Life", την αυτοβιογραφία του, που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια, και σε Ελληνική μετάφραση.
Ποιός είναι ο Keith Richards το γνωρίζουν όλοι όσοι ασχολούνται έστω και λίγο με την Rock μουσική. Ιδρυτής μαζί με τον Mick Jagger του μεγαλύτερου, σε αξία και διάρκεια, Rock συγκροτήματος όλων των εποχών, των Rolling Stones. Είναι γνωστό ότι ο Keith Richards ήταν ο βασικός συνθέτης όλων των τραγουδιών των Rolling Stones, ασχέτως αν όλα φέρνουν την υπογραφή των "The Glinner Twins" Jagger/Richards. Όπως αναφέρει και ο ίδιος στο βιβλίο, ο Jagger έβαζε πολλές μουσικές ιδέες και κυρίως τους στίχους των τραγουδιών, οι οποίοι και του κατέβαιναν κατά ριπές.
Mick Jagger - Keith Richards
Ο Keith Richards βρίσκεται πίσω από μερικά από τα κορυφαία κιθαριστικά riffs της ιστορίας και είναι ο δημιουργός πολλών από τα κορυφαία Rock τραγούδια όλων των επόχών όπως είναι τα Satisfaction, Jumpin' Jack Flash, Honky Tonk Women, Brown Sugar, Gimme Shelter, Angie, Stray Cat Blues, Sympathy for the Devil και δεκάδων άλλων. Για πολλούς ο καλύτερος Rock κιθαρίστας.
Στην αυτοβιογραφία του, ο Keith Richards ξεγυμνώνεται μπροστά στον αναγνώστη, βγάζει τα εσώψυχά του. Διηγείται την ζωή του με ένα άμεσο και ειλικρινή τρόπο, πολλές φορές με γλαφυρότητα και έντονη κυνικότητα. Παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα υπέροχο ταξίδι μέσα από την ιστορία των Rolling Stones, αλλά και ολόκληρης της Rock κουλτούρας, της οποίας ήταν βασικός πρωταγωνιστής.
Μιλά για την γνωριμία του με τον Mick Jagger (ήταν συμμαθητές), για την αγάπη τους για τα blues, για την ίδρυση των Rolling Stones, για τον Brian Jones και για τον θάνατό του, για το πως άρχισαν να γράφουν τραγούδια, για την χρήση και κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών, για τα ταξίδια τους, τις βίλες στην Ν. Γαλλία και την φορολογική εξορία τους εκεί. Μιλά επίσης για την φιλία του με τον John Lennon, για τις επεισοδιακές συναυλίες τους στην Αμερική, για την επιβίωση του από τα ναρκωτικά, για τις γυναίκες της ζωής του και ιδιαίτερα για την Ανίτα Πάλεμπεργκ και την Πάτυ Χάνσεν, για τα παιδιά του, την Άντζελα, για την οποία έγραψε το Angie, για τις συλλήψεις τους από την αστυνομία, για την ψυχρότητα στην σχέση του με τον Mick Jagger, για την δημιουργία του καλύτερου άλμπουμ τους, το "Exile on main street" που το θεωρεί σαν το μεγαλύτερο δημιούργημα του.
Με το απολαυστικό και ειλικρινές - όπως ήταν πάντα - ύφος του, διηγείται την ιστορία της ζωής του και της Rock μουσικής και κουλτούρας. Αξίζει να το διαβάσετε.
Ένα από τα αγαπημένα θέματα σε συζητήσεις περί μουσικής, ήδη από την δεκαετία του 70, ήταν το εξής: " αν βρεθείς ναυαγός σ' ένα ερημονήσι και περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου εκεί, ποιους 10 δίσκους θα ήθελες να έχεις μαζί σου;" Δίσκους που δεν μπορείς να κάνεις χωρίς αυτούς και έχεις αγαπήσει περισσότερο. Την σημερινή εποχή της υπερπληροφόρησης, των mp3 και download, νομίζω ότι αυτό το ερώτημα δεν απαντιέται εύκολα, κυρίως από νέους ανθρώπους που έχουν μάθει να ακούν μουσική από το κινητό ή το computer και το Youtube, και ακούν μεμονωμένα τραγούδια, hits, και όχι ολοκληρωμένη την δουλειά ενός καλλιτέχνη.
Οι μεγαλύτεροι όμως που έχουν ακούσει μουσική κυρίως από βινύλια, αναγκαστικά άκουγαν όλο τον δίσκο, λόγω της δυσκολίας επιλογής κάποιου τραγουδιού, με αποτέλεσμα να έχουν μία ολοκληρωμένη άποψη της δουλειάς του μουσικού. Έριχνες την βελόνα στο αρχικό κομμάτι και την σήκωνες στο τέλος της κάθε πλευράς του βινυλίου.
Αυτοί είναι οι δικοί μου 10+1 καλύτεροι δίσκοι (δεν κατάφερα, παρά την μεγάλη προσπάθεια μου, να αφήσω κάποιον δίσκο εκτός, για να παρουσιάσω δεκάδα. Έτσι λοιπόν 10+1 δίσκοι). Με πάρα πολλούς αναπληρωματικούς, που κτυπούν την πόρτα της ενδεκάδας αυτής με σοβαρές αξιώσεις.
Οι δίσκοι δεν παρουσιάζονται αξιολογικά, αλλά κατά θεματική ενότητα. Αν ρωτήσει κανείς ποιον από αυτούς θεωρώ τον καλύτερο, η απάντηση είναι σαφής και κατηγορηματική: Miles Davis - Kind of blue
1. Traffic - John Barleycorn must die 1970
Ο απόλυτος progressive-jazz-folk-rock δίσκος. Μουσική μέχρι τα όρια της ανθρώπινης ικανότητας. Τα λόγια, στα 5 από τα 6 κομμάτια του άλμπουμ, μάλλον αποτελούν επένδυση στην οργιαστική μουσική πανδαισία, που σκάρωσε στα 22 του χρόνια ο Steve Winwood. Ποτέ δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει. Και κανένας άλλος κατά την γνώμη μου.
Empty pages
2. Neil Young - Harvest 1972
Country rock, pedal steel κιθάρες, που και που ηλεκτρικές κιθάρες στο γνώριμο ύφος του, αλλά και συμφωνική ορχήστρα. Μελαγχολική διάθεση, αλλά τραγουδά την εκπλήρωση μιας νέας αγάπης. Απίστευτες μελωδίες. Ο καλύτερος Neil Young. Μπορώ να τον ακούω μέρες ολόκληρες, όπως εδώ και 40 χρόνια περίπου.
Ο καλύτερος δίσκος των Rolling Stones, ο καλύτερος δίσκος που έφτιαξε ποτέ ο Keith Richards (γιατί τα τραγούδια τα έγραψε μόνος του). Το αριστούργημα των Stones. Ο καλύτερος διπλός δίσκος ever. Απίστευτα κιθαριστικά riffs και σόλο, από τον Keith Richards και τον Mick Taylor. Ένα αμάλγαμα από blues, rock and roll, soul και country (πάντα είμασταν μία country - blues μπάντα λέει ο Keith). Το πιο Διονυσιακό άλμπουμ όλων των εποχών.
Μια Ελληνική φράση που έγινε γνωστή όταν οι συγγενείς του Jim Morrison την έγραψαν στον τάφο του, κάτω από το όνομα του. Στον τάφο που έφτιαξαν αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του.
Τι σημαίνει άραγε η φράση αυτή; Γιατί την έβαλαν στον τάφο του Jim Morrison;
Θα προσπαθήσω να απαντήσω σ' αυτά τα 2 ερωτήματα, αφενός μεν ερμηνεύοντας την φράσης μέσα από ιστορικά και ετυμολογικά στοιχεία, αφετέρου δε, συνδέοντας την με τον Jim Morrison, μέσα από σελίδες του βίου του και της ποίησης του.
Η φράση "ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ" είναι Αρχαιοελληνική. Στην αρχαία Ελλάδα ο δαίμονας δεν είχε την έννοια που του αποδίδεται στα νεότερα χρόνια, του κακού, του Σατανά. Είχε την έννοια της θεότητας (οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν διάβολο).
Αντιγράφω από το "Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης" του Ιωαν. Σταματάκου
'κι εκείνη στο παλάτι πετάει και πάει του Δία, στον Όλυμπο, με τους θεούς τους άλλους' (μετ. Ν. Καζαντζάκης)
"οὐδ᾽ἐπιορκήσω πρὸς δαίμονα "
'μπρος στους θεούς εγώ όρκο ψεύτικο δεν παίρνω' (μετ. Ν. Καζαντζάκης)
Στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, ο δαίμων απο-θεοποιείται, εξελίσσεται και παίρνει την σημασία της ψυχής, του χαρακτήρα ή της ατομικής μοίρας. Λέγει ο Ηράκλειτος "ήθος ανθρώπωδαίμων", δηλ. "Δαίμων / Θεός για τον άνθρωπο δεν είναι παρά ο χαρακτήρας του"
Με το "δαιμόνιο" του Σωκράτη, έχουμε το θεϊκό κομμάτι της ψυχής του, ο προστάτης, φύλακας και καθοδηγητής του, η εσωτερική φωνή που εμπιστευόταν και όριζε ως "θεία έμπνευσή" του. Όλοι έχουμε μέσα μας το ιερό δαιμόνιο μας.
Ο Πλάτωνας, στον Κρατύλο, ταυτίζει τον δαίμονα με τον "δαήμονα", τον γνώστη, τον σοφό (από το ρ. δάω = μαθαίνω. Από εκεί βγαίνουν οι λέξεις διδάσκω, διδάσκαλος. Δαήμων = σοφός, αδαής = αυτός που δεν γνωρίζει. Δαήμων => Δαίμων), Και από το δαίμων βγαίνει ο δαιμόνιος => επιτήδειος.
Ο δαίμονας ταυτίζεται και με την μοίρα του ανθρώπου (ευδαιμονία, κακοδαιμονία)
Στις φιλοσοφικές σχολές και ρεύματα της Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής περιόδου (Επικούρειοι, Στωικοί, Κυνικοί) συναντάμε την ευδαιμονία ως κοινό φιλοσοφικό στόχο. Ευδαιμονία δεν σημαίνει ευτυχία, αλλά διαρκή προσωπική προσπάθεια για να είναι σε υγιή και ισορροπημένη κατάσταση ο εσώτερος δαίμων μας. Η φράση «ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ», ήταν διαδεδομένη φιλοσοφική ευχή, η ανώτατη διάκριση που μπορούσε να απονεμηθεί (μετά θάνατον) σε έναν θνητό.
"Να ζεις κατά τον δαίμονά σου" σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου, και όχι αυτό που θέλουν οι άλλοι να είσαι. Να ζήσεις τη δική σου ζωή και να πράττεις σύμφωνα με αυτό που η συνείδηση σου θεωρεί σωστό, αδιαφορώντας για το τι θα πουν οι άλλοι.(Θ. Λαμπρόπουλος) Μία στάση ζωής που υιοθέτησαν και επιδοκίμασαν οι Επικούρειοι φιλόσοφοι.
Το παιγνίδι με τις λίστες πάντα έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ποιες είναι οι καλύτερες ταινίες, τα καλύτερα αυτοκίνητα, τα καλύτερα βιβλία, οι καλύτεροι δίσκοι. Τέτοιες λίστες κυκλοφορούν πολλές, σε ειδικά περιοδικά, βιβλία, sites που ασχολούνται με το ανάλογο αντικείμενο. Συνήθης τρόπος σύνταξης τέτοιων λιστών, είναι (συνήθως σε περιοδικά) να προτείνουν διάφοροι, ειδικοί και μη, τα δέκα καλύτερα από το εξεταζόμενο είδος, και με μια ειδική βαθμολογία να καταγράφονται τα καλύτερα 10, 100 κοκ. Όταν κάποιος προσπαθεί να φτιάξει μια λίστα με τους καλύτερους δίσκους, όπως κάνω τώρα εδώ εγώ, και αυτή η επιλογή γίνεται μέσα από πάρα πολλούς δίσκους, αντιμετωπίζει ένα μεγάλο πρόβλημα. Ποια είναι τα κριτήρια της όποιας (αριθμητικής) επιλογής; Αν είναι να επιλέξεις τον καλύτερο ή τους 10 καλύτερους (σου) δίσκους, τότε είναι σχετικά εύκολο. Όλοι έχουμε στο μυαλό μας έναν ή δέκα δίσκους που ξεχωρίζουν πολύ περισσότερο από τους υπόλοιπους. Αν όμως θέλεις να επιλέξεις τους 100 καλύτερους (σου), τότε το πράγμα ζορίζει, και ζορίζει αρκετά, βασανιστικά. Τα κριτήρια επιλογής αμβλύνονται, και δεν είναι εύκολο να επιλέξεις κάποιον ανάμεσα σε άλλους που τους θεωρείς εξ ίσου καλούς, και αρχίζεις τις προσθαφαιρέσεις μη γνωρίζοντας μέσα σου γιατί επέλεξες κάποιους και αφαίρεσες άλλους.
Στην λίστα των 100 καλύτερων μου δίσκων της ροκ μουσικής που ακολουθεί (ανάμεσα σε 6000 περίπου ροκ δίσκους της δισκοθήκης μου), η επιλογή είναι καθαρά προσωπική, με μοναδικό κριτήριο το συναισθηματικό δέσιμο με αυτούς και την μουσική απόλαυση που συνεχίζουν να μου προσφέρουν. Δεν μπήκαν κριτήρια εμπορικά (πόσο πούλησαν) ή πως θεωρείται ο καθένας από αυτούς στην παγκόσμια ροκ κοινότητα και τι γνώμη έχουν άλλοι (ο μόνος περιορισμός είναι έως 2 δίσκοι για κάθε μουσικό ή γκρουπ, για πιο μεγάλη αντιπροσώπευση). Απ' έξω έμειναν άλλοι τόσοι περίπου, εξίσου πολύ καλοί δίσκοι. Δεν παρουσιάζονται αξιολογικά αλλά χρονολογικά. Θα μπορούσε να είναι και μία πολύ καλή βασική ροκ δισκοθήκη. Τελικά δεν είναι 100 αλλά 101. Αυτός ο ένας (που δεν ξέρω ποιος είναι) αντιπροσωπεύει αυτούς που έμειναν εκτός λίστας 01. Bob Dylan – Highway 61 Revisited 1965 02. The Beatles – Revolver 1966 03. Bob Dylan – Blonde on blonde 1966 04. Donovan – Sunshine Superman 1966 05. The Byrds – Fifth Dimension 1966 06. The Beatles – Stg. Peppers Lonely Hearts Club Band 1967 07. Country Joe and the Fish – Electric music for the mind and body 1967 08. The Doors – The Doors 1967 09. Country Joe and the Fish – I-feel-like-I’m-fixing-to-die 1967 10. Jefferson Airplane – Surrealistic Pillow 1967 11. Cream – Disraeli Gears 1967 12. Jimi Hendrix – Are you experienced 1967 13. The Velvet Underground – The Velvet Underground and Nico 1967 14. Eric Burdon and the Animals – Winds of change 1967 15. Love – Forever changes 1967 16. Tim Buckley – Goodbye and Hello 1967 17. Jefferson Airplane – After bathing at Baxter’s 1967 18. Big Brother and the Holding Company – Cheap Thrills 1968 19. The United States of America – The United States of America 1968 20. Van Morrison – Astral weeks 1968 21. Quicksilver Messenger Service – Quicksilver Messenger Service 1968 22. The Incredible String Band – Wee Tam and the Big Huge 1968 23. Blind Faith – Blind Faith 1969 24. Crosby, Stills and Nash – Crosby, Stills and Nash 1969 25. The Moody Blues – To our children, children, children 1969 26. Frank Zappa – Hot Rats 1969 27. Crosby, Stills, Nash and Young – Déjà vu 1970 28. The Grateful dead – American Beauty 1970 29. The Doors – Morrison Hotel 1970 30. Traffic – John Barleycorn must die 1970 31. Out of Focus – Wake up! 1970 32. Van Der Graaf Generator – H to He, Who Am the Only One 1970 33. The Allman Brothers Band – Live at Fillmore East 1971 34. The Who – Who’s next 1971 35. Deep Purple – Machine Head 1971 36. King Crimson – Islands 1971 37. Led Zeppelin – IV 1971 38. Jethro Tull – Aqualung 1971 39. Rod Stewart – Every picture tells a story 1971 40. The Rolling Stones – Sticky fingers 1971 41. John Lennon – Imagine 1971 42. Out of Focus – Out of Focus 1971 43. Spirogyra – St. Radigunds 1971 44. The Rolling Stones – Exile on main street 1972 45. Wishbone Ash – Argus 1972 46. Yes – Close to the edge 1972 47. Neil Young – Harvest 1972 48. Lou Reed – Transformer 1972 49. David Bowie – The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars 1972 50. Amon Düül II – Wolf City 1972 51. The Allman Brothers Band – Brothers and Sisters 1973 52. Mike Oldfield – Tubular bells 1973 53. Pink Floyd – Dark side of the moon 1973 54. Lynyrd Skynyrd – Pronounced Leh-nerd Skin-nerd 1973 55. John Cale – Paris 1919 1973 56. Genesis – Selling England by the Pound 1973 57. Cockney Rebel – Psychomodo 1974 58. Lynyrd Skynyrd – Second helping 1974 59. Camel – Mirage 1974 60. Led Zeppelin – Physical Graffiti 1975 61. Richie Blackmore’s Rainbow – Richie Blackmore’s Rainbow 1975 62. Pink Floyd – Wish you were here 1975 63. Patti Smith – Horses 1975 64. Jethro Tull – Songs from the wood 1977 65. Stranglers – Rattus Norvegicus 1977 66. Sex Pistols – Never mind the bollocks, here is the Sex Pistols 1977 67. Television – Marquee moon 1977 68. Dire Straits – Dire Straits 1978 69. Magazine – Real life 1978 70. Patti Smith – Easter 1978 71. The Clash – London calling 1979 72. Neil Young – Rust never sleeps 1979 73. Dire Straits – Communique 1979 74. Joy Division - Unknown Pleasures 75. Joy Division – Closer 1980 76. Eyeless in Gaza – Photographs as memories 1981 77. Simple Minds – Sons and fascination/Sister feelings call 1981 78. Echo and the Bunnymen – Heaven up here 1981 79. Tuxedomoon – Desire 1981 80. The Cure – Pornography 1982 81. Eyeless in Gaza – Drumming the Beating Heart 1982 82. The Wipers – Over the edge 1983 83. True west - Drifters 1984 84. The Gun Club – The Las Vegas Story 1984 85. The Smiths – Queen is dead 1986 86. U2 – Joshua tree 1987 87. Thin White Rope - Moonhead 1987 88. Εν Πλω – Εν Πλω 1989 89. Τρύπες - Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια 1993 90. Kyuss - Welcome to the Sky Valley 1994 91. Διάφανα Κρίνα - Έγινε η Απώλεια Συνήθειά μας 1996 92. 16 Horsepower – Sackloth ‘n’ ashes 1996 93. Yo La Tengo - I Can Hear The Heart Beating As One 1997 94. Nick Cave – The Boatman’s call 1997 95 Radiohead – OK Computer 1997 96. Tindersticks - Curtains 1997 97. Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Βραχνός Προφήτης 2000 98. Queens Of The Stone Age - Songs For The Deaf 2002
Ο T. S. Eliot έγραψε το καλύτερο του ποίημα, τα τέσσερα κουαρτέτα, εμπνευσμένος από τα τελευταία κουαρτέτα εγχόρδων του Ludvig Van Beethoven. "Έχω το A minor κουαρτέτο στο γραμμόφωνο" έγραψε το 1931 στον φίλο του ποιητή Stephen Spender, "θα ήθελα πολύ να αποτυπώσω κάτι από αυτά σε στίχους πριν πεθάνω"
Ανάμεσα στα διάφορα είδη μουσικών έργων της κλασσικής μουσικής, όπως είναι οι συμφωνίες, τα κοντσέρτα, οι σονάτες κλπ, ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα κουαρτέτα εγχόρδων. Τα κουαρτέτα εγχόρδων, έργα βαθιά συναισθηματικά, είναι βασικά μουσική δωματίου, και εκτελούνται από 2 βιολιά, μία βιόλα και ένα τσέλο. Με αυτό το είδος ασχολήθηκαν σχεδόν όλοι οι μεγάλοι μουσουργοί, σε μικρή ή μεγαλύτερη έκταση, και παρουσίασαν με αυτά μερικά από τα καλύτερα τους έργα.
Από όλα τα έργα που έγραψε ο Ludwig Van Beethoven, ο Τιτάνας αυτός της μουσικής, τα πιο "εσωτερικά", πλημμυρισμένα από όλα τα συναισθήματα ενός ανθρώπου με τόσο έντονη και ταραχώδη ζωή, είναι τα 16 κουαρτέτα εγχόρδων. Τα έργα αυτά θεωρούνται τα καλύτερα κουαρτέτα εγχόρδων που έχουν γραφτεί, ιδιαίτερα τα τελευταία 5 που γράφτηκαν τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Έργα που ξεπερνούν, οτιδήποτε αυτός ή άλλος μουσικός είχε ή έχει ποτέ συνθέσει. Ακούγοντας αυτές τις νότες, καταδυόμαστε βαθιά μέσα στην ψυχή, αυτού του δύσκολου και οξύθυμου άνδρα, που είναι τώρα εντελώς κουφός. Απογυμνώνεται, εκθέτοντας τα συναισθήματα του σε μας, με τέτοιο τρόπο που οι λέξεις δεν μπορούν ποτέ να εκφράσουν.
Από αυτά τα εξαίσια έργα, αυτό που ο ίδιος θεωρούσε το καλύτερο, είναι το Νο.14 κουαρτέτο in C# minor Op. 131 . Αυτό, που όταν το άκουσε ο μεγάλος Franz Schubert αναφώνησε "Μετά από αυτό, τι μένει σ' εμάς να γράψουμε πλέον". Επίσης ο Schubert όταν αισθανόταν να έρχεται το τέλος του, εξέφρασε την τελευταία του μουσική επιθυμία, να ακούσει αυτό το κουαρτέτο. Η επιθυμία του αυτή εκπληρώθηκε από τον φίλο του βιολονίστα Karl Holz, ο οποίος μάλιστα δήλωσε "ο Βασιλεύς της αρμονίας έστειλε στον Βασιλέα του τραγουδιού μια φιλική προσφορά για την διέλευση".
Παρομοίως ο Robert Schumann το χαρακτήρισε ως "μεγαλείο που δεν μπορούν να εκφράσουν τα λόγια" και "στο απώτατο όριο όσων έχουν μέχρι σήμερα επιτευχθεί από την ανθρώπινη τέχνη και φαντασία"
Το έργο γράφτηκε από το 1825 μέχρι το καλοκαίρι του 1826, και ήταν το προτελευταίο έργο που έγραψε ο Beethoven (πέθανε το 1827). Αποτελείται από 7 μέρη, τα οποία παίζονται χωρίς διακοπή.
Τα μέρη είναι:
1. Adagio ma non troppo e molto espressivo
2. Allegro molto vivace
3. Allegro moderato – Adagio
4. Andante ma non troppo e molto cantabile – Più mosso – Andante moderato e lusinghiero – Adagio – Allegretto – Adagio, ma non troppo e semplice – Allegretto
5. Presto
6. Adagio quasi un poco andante
7. Allegro
Χειρόγραφο του έργου
Το κουαρτέτο Op. 131 είναι ένας χρονικός περίγυρος της ανθρώπινης ψυχής, που με αφετηρία την βαθιά μελαγχολία φθάνει τον υψηλό στοχασμό, για να καταλήξει ο αιώνιος Beethoven στο αισιόδοξο σάλπισμα της νίκης. Ακολουθεί ανοδική πορεία και εξυμνεί την επάνοδο στη ζωή, στο μυστήριο της νέας γέννησης.
Το πρώτο μέρος έχει την πιστότερη μελαγχολική έκφραση απ' όσες κατόρθωσε να ζωγραφίσει η μουσική. Όπως δήλωσε ο Richard Wagner "αποκαλύπτει τα πιο μελαγχολικά αισθήματα που μπορεί να εκφράσει η μουσική".
Και ενώ σβήνει αργά το μελαγχολικό πρώτο μέρος, αναπηδά το Αλλέγκρο, το δεύτερο μέρος, σαν την ζωή που βγαίνει από το σκοτάδι. Φαίνεται το χαμόγελο μιας αναστάσιμης αισιοδοξίας.
Το τρίτο μέρος είναι μια σύντομη απλή αλλαγή της εικόνας για να φθάσουμε στο εκπληκτικό τέταρτο μέρος, ένα Αντάντε, του οποίου η φαινομενική μονοτονία παρουσιάζει απίστευτες χρωματικές και συναισθηματικές παραλλαγές, και που φθάνει στο τέλος σε μια βαθύτατη πνευματικότητα. Ο Beethoven εξιστορεί την δική του ευτυχία, την γαλήνη της ψυχής του.
Το πέμπτο μέρος είναι γεμάτο ρυθμό, με μια συγκρατημένη διάθεση στην αρχή, που προχωρά σε μια φρενήρη κατάληξη.
Στο έκτο μέρος ο συνθέτης περνά από μια βαθιά αυτοσυγκέντρωση και μετά φθάνουμε στο
εκπληκτικό έβδομο και τελευταίο μέρος, που είναι ένας καλπασμός με πολλά μαζί αισθήματα, με κυρίαρχο εκείνο της θριαμβικής νίκης, ένας πανηγυρικός ύμνος στη Ζωή. Ο Wagner είχε πει για το τελευταίο μέρος πως είναι ο χορός του σύμπαντος, όπου παραβγαίνουν στο φρενήρη δρόμο τους η άγρια ηδονή, η ερωτική έκσταση, το οδυνηρό παράπονο, η υπέρτατη χαρά, η ηδυπάθεια και ο πόνος.
Το κουαρτέτο εγχόρδων Νο. 14 Op. 131 είναι ένα από τα μέγιστα - ή και το μέγιστο- έργο του Beethoven και μια από τις κορυφές στην ιστορία του πνεύματος.
Ballad of a thin man. Η μπαλάντα ενός αδύνατου ανθρώπου. Η μπαλάντα του ανθρώπου που βρίσκεται δίπλα μας. Ξανά και ξανά: έλλειψη κατανόησης, επικοινωνίας. Αλλεπάλληλες, χοροπηδηχτές ερωτήσεις. Καμία απάντηση. Ο κ. Τζόουνς στο προσκήνιο.
Δημοσιογράφος : Ποιoς είναι ο κ. Τζόουνς;
Bob Dylan : Ο κ. Τζόουνς. Δεν θα σου πω το πρώτο του όνομα. Θα μου κάνουν μήνυση.
Δημοσιογράφος : Τι δουλειά κάνει;
Bob Dylan : Είναι pinboy. Επίσης φοράει ζαρτιέρες.
(Από συνέντευξη του Bob Dylan στο L.A. Free Press, 1965)
Ποιος είσαι κ. Τζόουνς; Από το 1965 που κυκλοφόρησε το Ballad of a thin man, o Bob Dylan ποτέ δεν αποκάλυψε την αληθινή ταυτότητα του πραγματικού κ. Τζόουνς, αν υποθέσουμε ότι είναι πράγματι υπαρκτό πρόσωπο, όσες φορές ρωτήθηκε επ' αυτού.
Είναι ο Μπράιαν Τζόουνς, ο κιθαρίστας τότε των Rolling Stones, που σε μια παραισθησιακή του έκρηξη θεωρούσε ότι σ' αυτόν αναφέρεται το τραγούδι;
Ή ο δημοσιογράφος Τζέφρι Τζόουνς του περιοδικού Time, που το 1965 στο φολκ φεστιβάλ του Newport είχε πάρει μια ταραχώδη συνέντευξη από τον Dylan κάνοντας του ηλίθιες ερωτήσεις;
Μήπως ο δημοσιογράφος Μαξ Τζόουνς του Melody Maker που του είχε πάρει συνέντευξη το 1964 στην Αγγλία; Σε κάτι τέτοιο "συνηγορεί" η πρώτη στροφή από το τραγούδι:
Μπαίνεις στο δωμάτιο με το μολύβι σου στο χέρι
Βλέπεις κάποιον γυμνό και λες, "ποιος είναι αυτός;"
Προσπαθείς πολύ μα δεν μπορείς να καταλάβεις
Ούτε καν τι πρόκειται να πεις όταν γυρίσεις πίσω
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς; Το 1986 σε συναυλία του στην Ιαπωνία προλόγισε το τραγούδι λέγοντας "Αυτό το τραγούδι το έγραψα για ανθρώπους που κάνουν ερωτήσεις όλη την ώρα. Και αυτό είναι πολύ κουραστικό. Απλά, δεν θες να απαντάς σε άλλες ερωτήσεις." Αλλά ο κ. Τζόουνς είναι pinboy και φορά ζαρτιέρες (είπε ο ίδιος). Είναι ομοφυλόφιλος; Πολλοί θεωρούν ότι στο Ballad of a thin man ο Dylan μιλάει για ομοφυλοφιλία. Σε πολλές φράσεις από το τραγούδι, με λίγη φαντασία, μπορεί να θεωρηθεί ότι μιλάει για ομοφυλοφιλία. Την εποχή εκείνη έκανε πολύ παρέα με τον, δηλωμένο ομοφυλόφιλο, beat ποιητή Allen Ginsberg ο οποίος σαφέστατα θα τον είχε επηρεάσει. Στον βιογράφο του Robert Shelton είπε "θα μπορούσα να σου πω ποιος κ. Τζόουνς είναι στη ζωή μου, αλλά, όπως, καθένας έχει τους δικούς του κ Τζόουνς." Είναι ο κ. Τζόουνς ο ίδιος ο Bob Dylan; Ο κάθε καλλιτέχνης διαλέγει τον δικό του τρόπο να υπάρξει. Και ο Bob Dylan, στην πιο δημιουργική του φάση, δημιούργησε ορισμένους χαρακτήρες που τον άγγιξαν και φόρεσε την μάσκα τους στο δικό του πρόσωπο. Δεν έχει και τόση σημασία αν ο κ. Τζόουνς είναι ο Bob Dylan. Εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει, είναι η αποκάλυψη, μέσα απ' το τραγούδι, μιας γνώριμης φιγούρας μέσα στον πολιτισμό της νεολαίας. Του κ. Τζόουνς.