Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

𝐒𝐩𝐢𝐧 𝐭𝐡𝐞 𝐛𝐨𝐨𝐤 | Εκεί που η μουσική συναντά τον λόγο


Κάποιες ιστορίες δεν γράφτηκαν μόνο σε χαρτί αλλά και σε βινύλιο

Ένας δίσκος που σημάδεψε την εποχή του. Ένα βιβλίο που άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Εδώ, οι νότες συναντούν τις σελίδες. Δύο τέχνες. Μια κοινή αγωνία. Ένας δίσκος. Ένα βιβλίο. Όχι επειδή μοιάζουν. Αλλά επειδή μιλάνε για το ίδιο πράγμα. Για την υπαρξιακή και αισθητική τους αντιστοιχία. Την κοινή αγωνία, το ύφος, την εποχή. Την κοινωνία γύρω τους. Βάλτε τον δίσκο στο πικάπ. Ανοίξτε το βιβλίο. 


1. The Velvet Underground & Nico & William S. BurroughsΓυμνό Γεύμα

 

 

Υπάρχουν έργα που δεν θέλουν να σε κάνουν να νιώσεις άνετα. Θέλουν να σε ταράξουν, να σ' ενοχλήσουν. Το The Velvet Underground & Nico δεν προσπαθεί να είναι όμορφο. Δεν προσπαθεί να είναι ευχάριστο. Μιλάει για το σώμα, τα ναρκωτικά, την επιθυμία και την αποξένωση χωρίς ωραιοποίηση. Δεν εξηγεί. Δεν σχολιάζει. Καταγράφει. Ο ήχος είναι επαναληπτικός, ψυχρός, σχεδόν μηχανικός, σαν τις ζωές που περιγράφει. Το ίδιο ακριβώς κάνει και το Γυμνό Γεύμα. Ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται εύκολα, Ένα κείμενο αποσπασματικό, χαοτικό, συχνά βίαιο. Δεν αφηγείται μια ιστορία. Εκθέτει εμπειρίες. Ο Burroughs δεν έγραψε απλώς ένα βιβλίο· δημιούργησε μια νέα γλώσσα, ακριβώς όπως ο Lou Reed και ο John Cale δημιούργησαν έναν νέο ήχο που «πάντρευε» το θόρυβο με τη μελωδία.

Δεν είναι έργα για όλους. Και δεν θέλουν να γίνουν. Δεν ζητούν να τα αγαπήσεις. Ζητούν να τα αντέξεις. Και αν τα αντέξεις, σου δείχνουν έναν κόσμο που συνήθως μένει κρυμμένος. Όχι για να τον δικαιολογήσεις. Αλλά για να τον αναγνωρίσεις. Και στα δύο η τέχνη δεν παρηγορεί. Δεν εξαγνίζει. Δεν προσφέρει λύτρωση. Προσφέρει αλήθεια.  Και αυτή η αλήθεια είναι άβολη. Μιλούν για το περιθώριο όπως είναι: δύσκολο, επαναληπτικό, συχνά αδιέξοδο. Χωρίς μεταφορές. Χωρίς φίλτρα.

Η μουσική των Velvet Underground είναι το ηχητικό ισοδύναμο του να διαβάζεις Burroughs σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με μια λάμπα που τρεμοπαίζει. 

 

2. John ColtraneA Love SupremeHermann HesseΣιντάρτα

 


Υπάρχουν έργα που δεν κοιτάζουν τον κόσμο. Κοιτάζουν προς τα μέσα.

Το A Love Supreme του John Coltrane δεν είναι απλώς ένας τζαζ δίσκος. Ο Coltrane δεν παίζει απλώς μουσική· ακούει, επιμένει, επιστρέφει. Οι κραυγές του σαξοφώνου, οι πολυρρυθμίες και οι διαφωνίες δεν είναι θόρυβος· είναι η ενσωμάτωση όλης της ανθρώπινης εμπειρίας σε μια ενιαία προσευχή. Είναι εξομολόγηση. Πνευματική αφύπνιση. Ευγνωμοσύνη. Ευχαριστία προς το θείο. Το άλμπουμ είναι δομημένο σαν τελετουργία: Αναγνώριση. Απόφαση. Δοκιμασία. Ευχαριστία.

Το Σιντάρτα του Hermann Hesse δεν είναι θρησκευτικό κείμενο. Ο Σιντάρτα δεν αναζητά τη φώτιση μέσα από δόγματα ή δασκάλους. Ακολουθεί την άσκηση, την απόλαυση, την απώλεια, την απογοήτευση, μέχρι να καταλάβει ότι η σοφία δεν μεταδίδεται, αλλά βιώνεται.           

Και τα δύο συναντιούνται στο ίδιο υπαρξιακό σημείο: στην ανάγκη του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του όχι μέσω γνώσης, αλλά μέσω εμπειρίας. Η συγγένεια τους βρίσκεται στην ταπεινότητά τους. Ούτε ο Έσσε ούτε ο Coltrane υπόσχονται λύτρωση. Και τα δύο έργα είναι πνευματικές οδύσσειες. Όπως ο Coltrane χρησιμοποιεί το σαξόφωνο για να φτάσει στο Θείο, ο Έσσε χρησιμοποιεί τον Σιντάρτα για να περιγράψει την αναζήτηση της φώτισης. Είναι η απόλυτη προσευχή, δοσμένη μέσα από την τέχνη. 

Δεν είναι έργα αναζήτησης. Είναι έργα επίγνωσης. Δεν αποτελούν απλώς τέχνη, αλλά πνευματικές καταθέσεις.

Ο Έσσε γράφει ότι ο Σιντάρτα έμαθε να "ακούει" το ποτάμι. Ο Coltrane έμαθε να "ακούει" το Σύμπαν. Και οι δύο κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: Η Αγάπη είναι το μοναδικό νόημα.


Ένα playlist για τον Hermann Hesse, κομμάτια που κουβαλάνε τον ίδιο τρόπο σκέψης, τον ίδιο ρυθμό ανάσας. Σαν να γράφτηκαν με το ίδιο χέρι, απλώς σε άλλο μέσο.

(εσωτερική πορεία – πνευματική ένταση χωρίς δόγμα)

  • John Coltrane – Acknowledgement

  • Alice Coltrane – Journey in Satchidananda

  • Pharoah Sanders – The Creator Has a Master Plan

  • Terry Riley – A Rainbow in Curved Air

  • Popol Vuh – Hosianna Mantra


            3. Joy Division - Closer & Φιόντορ  Ντοστογιέφσκι - (Σημειώσεις από το) Υπόγειο                         



Υπάρχουν έργα τέχνης που δεν σου ζητούν απλώς την προσοχή, αλλά την ίδια σου τη συνενοχή. Το Closer των Joy Division και οι Σημειώσεις από το Υπόγειο του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι ανήκουν σε αυτή την κατηγορία: δεν ζητούν να τα καταλάβεις, ζητούν να αναγνωρίσεις μέσα τους κάτι που θα προτιμούσες να μην υπάρχει. Παρά τη χρονική απόσταση, τα δύο αυτά έργα συνομιλούν με μια τρομακτική, παγωμένη ακρίβεια.

Το Υπόγειο δεν είναι ένας φυσικός χώρος, αλλά μια ψυχική κατάσταση. Είναι η στιγμή που η λογοτεχνία σταμάτησε να κοιτάζει προς τα έξω και άρχισε να σκάβει στα πιο σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης ψυχής. Είναι ένας μονόλογος που στρέφεται εναντίον του εαυτού του. Ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι είναι ένας άνθρωπος υπερβολικά συνειδητός, παγιδευμένος στην ίδια του τη σκέψη. Είναι ο άνθρωπος που έχει αποσυρθεί από την κοινωνία, παρατηρεί τον κόσμο πίσω από μια χαραμάδα, αρνείται τη λογική, την πρόοδο, την ευτυχία ως σχέδιο. Προτιμά την οδύνη από την αρμονία*. 

Το Closer είναι μια φωνή που επιμένει να μιλά ενώ καταρρέει. Δεν αφηγείται ιστορίες· χτίζει ένα κλειστό περιβάλλον. Τα τύμπανα είναι τελετουργικά, το μπάσο του Peter Hook αντηχεί σαν καρδιακός παλμός σε άδειο κελί, επίμονο, σχεδόν καταναγκαστικό, και η φωνή του Ian Curtis μοιάζει λιγότερο με τραγούδι και περισσότερο με αγωνία, δίνει την αίσθηση ότι το μέσα έχει καταπιεί το έξω. 

 Ο Ian Curtis δεν “ερμηνεύει”. Ο άνθρωπος του Υπογείου δεν “αφηγείται”. Και οι δύο εκτίθενται.

Η συγγένεια των δύο έργων είναι υπαρξιακή. Απορρίπτουν τη λύτρωση. Δεν οδηγούν σε κάθαρση, δεν προσφέρουν ελπίδα. Ο άνθρωπος του Υπογείου μιλάει ασταμάτητα για να αποδείξει ότι υπάρχει· ο Ian Curtis τραγουδά με μια αποστασιοποιημένη αλλά βαθιά σπαρακτική φωνή, θυμίζοντας τον μονόλογο του ήρωα του Ντοστογιέφσκι. Υπάρχει η ίδια αίσθηση του «εγκλωβισμού»—είτε αυτός είναι ένα δωμάτιο στην Αγία Πετρούπολη, είτε ένα παγωμένο studio στο Λονδίνο. 

Το Closer και το Υπόγειο μας θυμίζουν ότι η τέχνη δεν είναι πάντα για να μας παρηγορεί. Μερικές φορές, είναι εκεί για να μας δείξει ότι ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι, η ειλικρίνεια της απόγνωσης παραμένει μια μορφή ομορφιάς. Είναι η στιγμή που η υπαρξιακή αγωνία μετατρέπεται σε μνημείο, αποδεικνύοντας ότι το να υποφέρεις με συνείδηση είναι, τελικά, μια πράξη βαθιά ανθρώπινη.

*Rene Girard - Κριτικές από το Υπόγειο 


4. The Beatles - Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band & James Joyce - Οδυσσέας

 

 

Υπάρχουν έργα που δεν ξεχωρίζουν επειδή είναι καλύτερα από όσα προηγήθηκαν, αλλά επειδή αλλάζουν το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο ορίζεται το τι μπορεί να γίνει στο μέσο τους.
Το Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band των Beatles και ο Οδυσσέας του Τζέιμς Τζόις ανήκουν ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Δεν μοιάζουν. Δεν ανήκουν στην ίδια εποχή. Δεν υπηρετούν το ίδιο κοινό. Κι όμως, λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: ως σημεία μηδέν.

Ο Τζόις στον Οδυσσέα δεν επεκτείνει απλώς το μυθιστόρημα αλλά το υποβάλλει σε διαδικασία αποδόμησης και επανασυναρμολόγησης. Δεν χρησιμοποιεί μία ενιαία φωνή, αλλά μεταπηδά από τον ομηρικό παραλληλισμό στην επιστημονική κατήχηση και από το θεατρικό ύφος στον εσωτερικό μονόλογο, δηλαδή στην απόδοση της  ρευστότητας της σκέψης. Το βιβλίο δεν αφηγείται απλώς μια μέρα στο Δουβλίνο· εξερευνά τις ίδιες τις δυνατότητες της γλώσσας. Το μυθιστόρημα μετατρέπεται σε μεταμυθιστόρημα — σε σχόλιο πάνω στις ίδιες του τις δυνατότητες. ΄Ετσι και οι Beatles εγκαταλείπουν το κλασικό φορμάτ της pop μπάντας, υιοθετούν τις περσόνες μιας φανταστικής ορχήστρας, επιτρέπουν στους εαυτούς τους να πειραματιστούν με τα πάντα και ο δίσκος γίνεται ενιαίο έργο, με συνοχή, ιδέα και εσωτερική λογική. Αποκτούν πλήρη επίγνωση της ηχογράφησης ως δημιουργικής πράξης. Το στούντιο παύει να είναι μέσο καταγραφής και γίνεται συνθετικό εργαλείο. Ο δίσκος οργανώνεται ως ενιαία εμπειρία — με θεματική συνοχή, οπτική ταυτότητα, διαδοχή κομματιών που λειτουργεί δραματουργικά.

Όταν ακούς το Sgt. Pepper’s, παύεις να ακούς μεμονωμένα τραγούδια και αρχίζεις να βιώνεις μια ενιαία εμπειρία. Όταν διαβάζεις τον Οδυσσέα, κάποια στιγμή σταματάς να ψάχνεις "τι γίνεται" και αρχίζεις να προσέχεις πώς σκέφτεται η γλώσσα. Και στις δύο περιπτώσεις, το έργο δεν είναι απλώς "τι λέει", αλλά και πώς το λέει — και γιατί αυτό το "πώς" είναι εξίσου σημαντικό με το "τι".

Και τα δύο έργα φθάνουν στην κορύφωσή τους στο τέλος. Ο Οδυσσέας του Τζόις ολοκληρώνεται με τον χαοτικό αλλά λυρικό μονόλογο της Μόλυ Μπλουμ, ενώ το Sgt. Pepper's κορυφώνεται με το αριστουργηματικό A Day in the Life. Εκεί, η καθημερινή είδηση μιας εφημερίδας μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή συμφωνία. 

Τελικά, και τα δύο έργα απέδειξαν ότι η υψηλή τέχνη μπορεί να κατοικήσει μέσα στα πιο «ταπεινά» υλικά: μια βόλτα στην πόλη ή ένα pop τραγούδι. 

Ο Οδυσσέας και το Sgt. Pepper's δεν τελείωσαν κάτι. Άνοιξαν τα πάντα. Ήταν τα σημεία μηδέν. Και από εκεί και μετά, τίποτα δεν γράφεται ή ηχογραφείται αθώα.

 

 

5. Joy Division - Unknown Pleasures & Albert Camus - Ο Ξένος

 


Η συνάντηση του Unknown Pleasures των Joy Division με τον Ξένο του Αλμπέρ Καμύ δεν είναι αισθητική· είναι υπαρξιακή. Και τα δύο έργα τοποθετούν στο κέντρο έναν άνθρωπο αποκομμένο από τον κόσμο, συναισθηματικά αποσπασμένο. Ο Μερσώ του Καμύ και η φωνή του Ian Curtis κινούνται στο ίδιο ψυχρό τοπίο: αποτυπώνουν την αίσθηση της αποξένωσης, της εσωτερικής μοναξιάς και της αναζήτησης νοήματος μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει αδιάφορος ή παράλογος. 

Στον Ξένο, η αφήγηση είναι λιτή, σχεδόν στεγνή. Ο Μερσώ δεν αντιδρά όπως πρέπει. Δεν πενθεί όπως θα έπρεπε. Αρνείται να υποκριθεί συναισθήματα που δεν νιώθει. Η κοινωνία τον κρίνει περισσότερο για τη συναισθηματική του απόσταση παρά για το ίδιο το έγκλημα που έκανε. Στην δίκη του ο Μερσώ τιμωρείται για την απόκλιση από την κανονικότητα. Η απάθεια γίνεται έγκλημα. Η απουσία συναισθηματικής συμμόρφωσης τον καθιστά ξένο όχι μόνο προς τους άλλους, αλλά και προς το ίδιο το νόημα που η κοινωνία επιμένει να αποδίδει στη ζωή και στο θάνατο. Ο Καμύ, μέσα από λιτή γλώσσα, συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του παραλόγου: ο άνθρωπος αναζητά νόημα σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει καμία εγγύηση ότι αυτό υπάρχει*.

Στον κόσμο των Joy Division η αποξένωση είναι προϊόν αστικής παρακμής, ανεργίας, κοινωνικής στασιμότητας. Το Unknown Pleasures είναι ένας δίσκος που μοιάζει να ηχογραφήθηκε μέσα στο κεφάλι του Μερσώ την ώρα που αυτός κοιτούσε τον ήλιο στην παραλία. O ήχος είναι ωμός, μινιμαλιστικός. Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα δημιουργούν ένα κενό και βάθος ταυτόχρονα. Οι κιθάρες δεν ξεσπούν· απλά αιωρούνται. Τα τύμπανα ακούγονται σαν απόμακρος αργός καρδιακός παλμός. Το μπάσο μονότονο αντηχεί την ίδια συναισθηματική απάθεια που νιώθει ο Μερσώ στην κηδεία της μητέρας του. Στο "Disorder" ο Curtis τραγουδά: "I’ve got the spirit, but lose the feeling". Αυτή η φράση θα μπορούσε να είναι η περίληψη της ζωής του Μερσώ. 

Ο Μερσώ οδηγείται στο έγκλημα λόγω του εκτυφλωτικού φωτός του ήλιου, ενώ οι Joy Division συνδέθηκαν με το απόλυτο αστικό σκοτάδι του Μάντσεστερ. Ο άνθρωπος νιώθει "Ξένος" μέσα στο ίδιο του το σώμα. 

Ο Καμύ γράφει με καθαρές, κοφτές προτάσεις. Οι Joy Division χτίζουν με επαναλαμβανόμενα μοτίβα και ηχητικό κενό. Το Unknown Pleasures και ο Ξένος συνομιλούν μέσα από το κενό. Μιλούν για τον άνθρωπο που στέκεται απέναντι στον κόσμο χωρίς αυταπάτες. Χωρίς ψευδαισθήσεις. Χωρίς εγγυήσεις νοήματος.

 
   στο Disorder τραγουδούν 
 I've been waiting for a guide to come and take me by the hand Could these sensations make me feel the pleasures of a normal man? Lose sensations, spare the insults, leave them for another day I've got the spirit, lose the feeling Take the shock away 
 
   στο I Remember Nothing τραγουδούν
 Me in my own world and you are behind
 The gaps are enormous
 We stare from each side
 We are strangers
 For way too long 
 
 *Alice Kaplan - Αναζητώντας τον Ξένο

 
 


 

Όταν οι Radiohead κυκλοφόρησαν το OK Computer το 1997 ο κόσμος δεν είχε ακόμη παραδοθεί ολοκληρωτικά στο διαδίκτυο, στα smartphones και στην αλγοριθμική επιτήρηση. Κι όμως, ο δίσκος ακουγόταν σαν μήνυμα από ένα μέλλον που ερχόταν απειλητικά. Σχεδόν πενήντα χρόνια νωρίτερα, ο George Orwell, με το μυθιστόρημα 1984, είχε ήδη χαρτογραφήσει μια κοινωνία όπου η παρακολούθηση, η γλωσσική χειραγώγηση και ο φόβος θα αποτελούν τον αόρατο ιστό της καθημερινότητας. Και τα δύο έργα εξερευνούν την αλλοτρίωση του ατόμου μέσα σε ένα σύστημα απόλυτου ελέγχου. Λειτούργησαν προφητικά, διέγνωσαν τις τάσεις της εποχής τους έτσι ώστε το μέλλον φάνηκε αναπόφευκτο. 

Στο 1984, ο Μεγάλος Αδελφός δεν είναι μόνο πολιτικός μηχανισμός· είναι ψυχολογική κατάσταση. Ο Winston Smith δεν φοβάται απλώς ότι τον παρακολουθούν, νιώθει ότι δεν υπάρχει χώρος για σκέψη. Παγιδεύεται ανάμεσα στην αγάπη του για το απαγορευμένο και την παντοδυναμία του Κόμματος. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η κανονικότητα της καταπίεσης. Τα πάντα λειτουργούν "όπως πρέπει". 

Στο OK Computer, η παρακολούθηση είναι πιο διάχυτη, πιο ασαφής. Στο Paranoid Android και στο Climbing Up the Walls, η απειλή μοιάζει να προέρχεται από παντού: από τα βλέμματα, από τις φωνές, από τον ίδιο τον νου. Στο Fitter Happier, μια μηχανική φωνή απαγγέλλει κενές λέξεις και οδηγίες ζωής όπως να είσαι υγιής, παραγωγικός, κοινωνικά αποδεκτός. Το Karma Police λειτουργεί ως ένας εσωτερικός μονόλογος ενός πολίτη που έχει εσωτερικεύσει την αστυνόμευση. 

Ο Orwell περιγράφει μια κοινωνία όπου η Νέα Γλώσσα αποσκοπεί στον περιορισμό της σκέψης μέσω της απλοποίησης των λέξεων.Οι Radiohead αποτυπώνουν έναν κόσμο όπου η υπερπληροφόρηση παράγει σιωπή. Και στις δύο περιπτώσεις, το άτομο ασφυκτιά. 

Εκεί όπου ο Orwell μιλά για πολιτικό ολοκληρωτισμό, οι Radiohead μιλούν για υπαρξιακό ολοκληρωτισμό που φοράει το προσωπείο της τεχνολογικής προόδου και της καταναλωτικής ευμάρειας.

Και τα δύο έργα στέκονται ως μνημεία καλλιτεχνικής τόλμης — όχι επειδή φοβήθηκαν το μέλλον, αλλά επειδή τόλμησαν να το κοιτάξουν κατάματα.



7. The Cure - Pornography & Albert Camus - Η Πτώση
  
 

 

Υπάρχουν έργα τέχνης που δεν αφηγούνται απλώς ιστορίες· στήνουν ένα χώρο, ένα σκηνικό. Και υπάρχουν στιγμές που δύο δημιουργοί, χωρίς να το γνωρίζουν, στήνουν το ίδιο σκηνικό. Το 1982, οι Cure κυκλοφορούν το Pornography. Σχεδόν τρεις δεκαετίες νωρίτερα, ο Αλμπέρ Καμύ δημοσιεύει την Πτώση. Το κοινό τους σημείο; Και τα δύο αυτά έργα είναι όψεις του ίδιου νομίσματος: της απόλυτης πνευματικής και ηθικής κατάρρευσης.

Στην Πτώση, ο Καμύ  βάζει τον ήρωά του, σε ένα ομιχλώδες Άμστερνταμ. Καθισμένος σ' ένα μπαρ παρασύρει τον συνομιλητή του σε έναν μονόλογο-εξομολόγηση που είναι ταυτόχρονα κατηγορία και αυτομαστίγωμα. Ομολογεί τη δειλία του, την υποκρισία του, την ημέρα που άκουσε μια γυναίκα να πνίγεται και δεν έκανε τίποτα. Η εξομολόγησή του, όμως, δεν είναι μετάνοια· είναι κατηγορία. Ο Κλαμάνς είναι ένας άνθρωπος που κάποτε ήταν "τέλειος", μέχρι που η συνειδητοποίση  της δειλίας του τον καταρράκωσε. Επιλέγει την αυτομαστίγωση και τον κυνισμό ως μοναδική διέξοδο. 

Το Pornography είναι  ένας δίσκος που δεν μοιάζει με μια συλλογή τραγουδιών αλλά μία ψυχολογική κατάρευση. Από τον πρώτο στίχο "It doesn’t matter if we all die" ο Robert Smith ψιθυρίζει και ουρλιάζει ταυτόχρονα. Δεν αφηγείται μια ιστορία. Βυθίζεται σε μία αβυσσαλέα απόγνωση. Οι Cure χτίζουν έναν τοίχο ήχου που σε πνίγει. Ο ήχος είναι πυκνός, ασφυκτικός, θυμίζει τελετή. Τα ντραμς είναι αργά, βαριά και επαναλαμβανόμενα σαν καρδιακός παλμός σε κρίση πανικού. Το μπάσο δημιουργεί έναν κλειστοφοβικό εφιάλτη. Οι κιθάρες δεν παίζουν μελωδίες, αλλά δημιουργούν στρώματα θορύβου που θυμίζουν την ομίχλη του Καμύ. Στο The Figurehead, ο Smith θρηνεί: "I will never be clean again". Μια κόλαση όχι μεταφυσική, αλλά ανθρώπινη, καθημερινή. Δεν υπάρχει διέξοδος. Η ελευθερία για τον Κλαμάνς είναι βάρος. Η ζωή για τους Cure είναι μια ασθένεια.

Η Πτώση και το Pornography δεν είναι έργα που σε αφήνουν να κλάψεις. Σε αναγκάζουν να κοιτάξεις την άβυσσο, μέχρι η άβυσσος να αρχίσει να σου χαμογελάει ειρωνικά. Και στις δύο περιπτώσεις η τέχνη δεν λειτουργεί ως λύτρωση και εξαγνισμός αλλά ως καθρέφτης, σκληρός και αμείλικτος.

 

 8. Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Βραχνός Προφήτης & Juan Rulfo - Πέδρο Πάραμο

  
 

Υπάρχουν έργα τέχνης που δεν ακούγονται απλώς ή διαβάζονται. Σε στοιχειώνουν. Σε παίρνουν από το χέρι και σε βγάζουν σε ένα τοπίο όπου οι ζωντανοί μιλούν με ψιθύρους και οι νεκροί δεν έχουν τελειώσει ακόμα αυτά που ήθελαν να πουν. 
 
Από τη μία, ο Βραχνός Προφήτης του Θανάση Παπακωνσταντίνου, ένας δίσκος τομή που τάραξε τα νερά της ελληνικής μουσικής και από την άλλη, το αριστούργημα του Μεξικανού Χουάν Ρούλφο το Πέδρο Πάραμο. Δύο έργα που συνομιλούν πέρα από τα σύνορα. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, με στίχους σουρεαλιστικούς, χτίζει έναν κόσμο όπου το χθες συναντά το σήμερα, γεμάτο μνήμες και φαντάσματα "Κοιτάς απ' το παράθυρο, καπνίζουν τα πηγάδια. Χιόνι κι ανάψαν τη φωτιά στον κάτω κόσμο". Ακριβώς αυτή η ατμόσφαιρα, όπου ζωή και θάνατος συνυπάρχουν, είναι και το σύμπαν του Χουάν Ρούλφο: η Κομάλα, ένας τόπος "δίχως χρόνο", γεμάτος από τις φωνές και τα "μουρμουρητά" των νεκρών που ακόμα στοιχειώνουν τους ζωντανούς
 
Στο Πέδρο Πάραμο, ο ήρωας Χουάν Πρεσιάδο, φτάνει στην Κομάλα, ένα χωριό φάντασμα, ένα γήινο Καθαρτήριο, όπου ψάχνει τον πατέρα του, Πέδρο Πάραμο. Όπου δεν υπάρχει αέρας. Μόνο ψίθυροι. Και αντίλαλοι. Όπου οι φωνές του παρελθόντος δεν σιωπούν ποτέ. "Ετούτο το χωριό είναι γεμάτο αντίλαλους. Μοιάζουν σαν φυλακισμένοι στις ρωγμές των τοίχων ή κάτω από τις πέτρες". Οι ήχοι ταξιδεύουν παράξενα, οι σκιές ξεπηδούν από παντού. Οι ζωντανοί μπερδεύονται με τους νεκρούς και οι φωνές δεν είναι παρά ψίθυροι νεκρών, εγκλωβισμένων στη μνήμη και στην αμαρτία. Ο χρόνος καταργείται. Παρελθόν, παρόν, αλλά όχι μέλλον συνυπάρχουν σε μια ενιαία, ονειρική διάσταση. "Όλα είναι ψίθυρος" όπως γράφει. 
 
Ακριβώς αυτή την αίσθηση του "στοιχειωμένου τόπου" αποπνέουν και τα τραγούδια του ΠαπακωνσταντίνουΟι λέξεις του υποκλίνονται στον αέρα που φυσάει στον κάμπο. Ο Βραχνός προφήτης του δίνει το στίγμα από την αρχή: "Μέσα στου νεκρού το μάτι δέντρα βλέπω και πουλιά....Χιόνι σεντόνι τρυφερό για του φιδιού τον ύπνο, χιόνι και πένθιμο σκυλί βραχνός προφήτης. Κι όμως το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος". Φωνές νεκρών, μνήμες ζωντανών. Ένα ταξίδι αναζήτησης που γίνεται ταξίδι αυτογνωσίας. Σε μια Ελλάδα μισο-εγκαταλειμμένη, με ήρωες που κουβαλούν το βάρος της καταγωγής τους,  Ήρωες που μοιάζουν να έρχονται από άλλη εποχή, να κουβαλούν μνήμες που δεν έζησαν, να τραγουδούν σαν να τους ακούμε από πηγάδι. Και το κλαρίνο μπορεί να γίνει ηλεκτρικός θόρυβος και ο λαϊκός θρύλος να μετατραπεί σε υπαρξιακό εφιάλτη. Οι μελωδίες δεν ακολουθούν πειθαρχημένες δομές, αλλά ανατέλλουν και βυθίζονται. Οι ρυθμοί είναι υπόγειοι, σχεδόν τελετουργικοί. Ο "Ήμερος Ύπνος" ακούγεται σαν ηχώ από μακρινά βάθη. Το "Οταν Χαράζει" μοιάζει με μουσική προσευχή στο χρόνο. Δεν έχουμε μπροστά μας τραγούδια που "λένε", έχουμε τελετουργίες που "συμβαίνουν". Η ακρόαση παύει να είναι κατανάλωση περιεχομένου και γίνεται στάση, συμμετοχή.* Ο Παπακωνσταντίνου, σκάβει στην ελληνική παράδοση, διασώζοντας λέξεις και φράσεις που κινδυνεύουν να χαθούν. Σαν άλλος Μπάλλος, που αν και τους χωρίζουν σχεδόν τρεις δεκαετίες, συνομιλούν μεταξύ τους μέσα από την ανατροπή των μουσικών κανόνων και τη ριζική επανεξέταση της σχέσης της σύγχρονης ελληνικής μουσικής με τη λαική παράδοση*.
 
Στον Βραχνό Προφήτη, η καινοτομία κρύβεται στο πάντρεμα του παραδοσιακού με το πειραματικό. Ηλεκτρικές κιθάρες "ξύνουν" πάνω σε βυζαντινούς και ρεμπέτικους δρόμους. Αποδομεί το λαικό τραγούδι ως σχήμα μουσικού λόγου και το ανασυνθέτει με ηχητικά εργαλεία του 20ου αιώνα: τον θόρυβο, τον μινιμαλισμό, τις ηχητικές παραμορφώσεις.*      
Στο Πέδρο Πάραμο έχουμε τον Μαγικό Ρεαλισμό. Την εισβολή του παράδοξου στην καθημερινότητα. Όπως στο βιβλίο του Ρούλφο ο θάνατος είναι απλώς μια άλλη μορφή ύπαρξης, έτσι και στα τραγούδια του Θανάση, οι Γριές ή ο Πεχλιβάνης είναι φιγούρες που ακροβατούν ανάμεσα στο φανταστικό και το απόλυτα γήινο. Και στα δύο ο θάνατος δεν είναι τέλος, αλλά μια παράλληλη πραγματικότητα γεμάτη σκόνη, μνήμη και απόκοσμη ηχώ. Και το τοπίο δεν είναι ένα απλό σκηνικό. Είναι εκεί όπου η φωνή επιβιώνει μέσα στα ερείπια. Είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής.  
 
Και τα δύο έργα έχουν την ίδια ατμόσφαιρα μυστηρίου, όπου το μεταφυσικό γίνεται καθημερινότητα. Την ίδια αγωνία για την ταυτότητα, προσωπική και συλλογική. Την ίδια ματιά στο τοπίο που δεν είναι απλώς φόντο, αλλά καθρέφτης ψυχής. Τις ίδιες φωνές που έρχονται από αλλού, βραχνές, επίμονες, αληθινές. Κι οι δύο δημιουργοί υφαίνουν την αφήγησή τους με πολυφωνία - είτε μέσω των διαφορετικών ερμηνευτών στον δίσκο (Αγγελάκας, Καλημέρη, οι γριές, τα παιδιά, ο ίδιος ο Θανάσης) είτε μέσω των σπαρακτικών φωνών στο μυθιστόρημα - για να μιλήσουν για τη μοναξιά, την εξουσία και την ανθρώπινη φθορά. Μοιράζονται την ίδια αίσθηση του μύθου, την ίδια αγάπη για τον προφορικό λόγο, την ίδια ικανότητα να κάνουν το τοπικό οικουμενικό. Ο Βραχνός Προφήτης  ακούγεται σαν να τον ψέλνουν ψυχές από την Κομάλα. Κι ο Πέδρο Πάραμο διαβάζεται σαν τραγούδι που γράφτηκε σε κάποιο ελληνικό αλώνι, κάποιο σούρουπο που οι νεκροί βγαίνουν να μιλήσουν. 
 
Ακούστε, λοιπόν, τον δίσκο. Διαβάστε το βιβλίο. Κι αφεθείτε στις φωνές. Είναι βραχνές. Αλλά λένε αλήθειες.

* Κων/νος Τσάβαλος: Αέρας Πεχλιβάνης


9. Miles Davis - Kind of Blue & Toni Morrison - Jazz



Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζεις και βιβλία που τα ακούς. Το Jazz της Toni Morrison το διαβάζεις και το ακούς ταυτόχρονα. Δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα για το Χάρλεμ του 1920· είναι μια ζωντανή σύνθεση που πάλλεται, αυτοσχεδιάζει και πονάει. Κι αν υπάρχει ένας δίσκος που θα μπορούσε να αποτελέσει το soundtrack όχι της πλοκής του, αλλά της ψυχής του, αυτός είναι το εμβληματικό Kind of Blue του Miles Davis. Το Kind of Blue που είναι ότι καλύτερο χάραξε σε αυλάκι βινυλίου το ανθρώπινο χέρι. Είναι Ο Δίσκος της Τζαζ.

Η δράση του μυθιστορήματος τοποθετείται στη δεκαετία του 1920. Το Kind of Blue ηχογραφήθηκε το 1959. Η Μόρρισον έγραψε το βιβλίο το 1992. Το Kind of Blue δεν είναι η μουσική που άκουγαν οι ήρωες στα πάρτι του Χάρλεμ. Είναι, όμως, η μουσική μέσα από την οποία η Μόρρισον —και εμείς, οι αναγνώστες— κοιτάμε αυτή την εποχή. Είναι το φίλτρο της μνήμης, το πρίσμα της καλλιτεχνικής ωριμότητας. 

Η Μόρρισον δεν έγραψε ένα βιβλίο για τη τζαζ. Το έγραψε σαν τζαζ. Εισάγει μέσω του αφηγητή το βασικό θέμα-μελωδία: την ιστορία του Τζο και της Βάιολετ, ενός 50χρονου έγχρωμου ζευγαριού που μετανάστευσε στην Πόλη (Ν. Υόρκη – Χάρλεμ) από τις νότιες πολιτείες, τον έρωτα του Τζο για τη 18χρονη Ντόρκας, τη δολοφονία της νεαρής ερωμένης του καθώς και τη βίαιη επίθεση της Βάιολετ με μαχαίρι στο πρόσωπο της νεκρής Ντόρκας στην κηδεία της. Μια παράγραφος εισαγωγή, όλη η ιστορία. 

Και όπως ένας σολίστ της τζαζ που αυτοσχεδιάζει σε ένα βασικό θέμα και στην πορεία του αυτοσχεδιασμού συνεχώς επινοεί, επεξεργάζεται, παρεκκλίνει και εξερευνά, έτσι και ο αφηγητής και οι χαρακτήρες-σολίστ αυτοσχεδιάζουν μια ιστορία, ή και πολλές, προσθέτοντας συνεχώς, αναθεωρώντας, επινοώντας, με συνεχόμενα μπρος-πίσω ανάμεσα στους διάφορους χαρακτήρες, και επιτρέποντας στον αναγνώστη να την ξαναζήσει μέσω της δική τους προοπτικής. 
Όπως οι μουσικοί του Miles Davis —ο John Coltrane, ο Bill Evans, ο Cannonball Adderley— συνομιλούν μέσα από τα όργανά τους, έτσι και οι φωνές του βιβλίου συνομιλούν μέσα από τις αναμνήσεις τους. Κανείς δεν έχει τον απόλυτο λόγο. Η αλήθεια είναι συλλογική, προϊόν ενός λογοτεχνικού αυτοσχεδιασμού. 

Ο τίτλος Kind of Blue είναι ένα λογοπαίγνιο. Παραπέμπει σε μια συναισθηματική κατάσταση, ένα είδος μελαγχολίας, μια "blue" διάθεση. Το Kind of Blue δεν έχει στίχους. Αλλά η ατμόσφαιρά του, αυτή η διάχυτη, καπνισμένη μελαγχολία, είναι ο ήχος αυτού του πόνου. Είναι η μουσική που θα ακουγόταν στο μυαλό της Βάιολετ καθώς περιπλανιέται στους δρόμους του Χάρλεμ, προσπαθώντας να καταλάβει τι έκανε και γιατί.

Ακούγοντας το "Blue in Green", νιώθεις την ίδια μελαγχολία που διαπερνά τις σελίδες της Morrison. Το "So What" είναι ο ήχος των ανθρώπων που διεκδικούν την ελευθερία τους, ακόμα κι αν το τίμημα είναι βαρύ. Η τρομπέτα του Miles Davis, εσωστρεφής και σχεδόν ψιθυριστή, δίνει φωνή στη σιωπηλή απόγνωση της Violet και στις αναμνήσεις του Τζο. Είναι η μουσική που παίζει στο ημίφως, εκεί όπου οι λέξεις σταματούν και ξεκινά το συναίσθημα. Και στο τέλος του βιβλίου ακούγοντας το ανυπέρβλητο "Flamenco Scetches" καταλαβαίνεις ότι η Toni Morrison και ο Miles Davis, ο καθένας με τα δικά του μέσα, είπαν την ίδια αλήθεια. Ότι η ζωή, όπως και η μουσική, είναι ένας διαρκής αυτοσχεδιασμός πάνω στον πόνο και την ελπίδα.


10.Διάφανα Κρίνα - Έγινε η Απώλεια Συνήθειά μας & Malcolm Lowry - Κάτω από το Ηφαίστειο

 


Υπάρχουν βιβλία που δεν διαβάζονται απλά· ζεις μέσα τους, τα υποφέρεις, τα μεθάς και, τελικά, σε στοιχειώνουν. Και υπάρχουν δίσκοι που δεν ακούγονται μόνο· σε διαβρώνουν αργά-αργά.

Άφησα την καρδιά μου στην Οαχάκα
κι αργά ή γρήγορα το ξέρω θα χαθώ
Υβόν, μακριά σου δεν μπορώ να πάρω ανάσα
μα θα διαλέξω εγώ πως θα καταστραφώ
Ασθμαίνω μέσα στο σκοτάδι
σαν έμβρυο δίχως πνοή
Φιλιά και ανάσες κάθε βράδυ
Μου παίρνουν τη ζωή
Κενός θα φεύγω πάντοτε σα φάντασμα στο αγιάζι
και η θλίψη άμμος θα κυλάει, στο σώμα μου καφτή
εσύ μονάχη θα μετράς, τις στάλες στο περβάζι
και 'γω θα κείτομαι νεκρός, μια νύχτα με βροχή


Πύρινα μάτια με κοιτάνε
μορφές που ρίχνουνε σκιές
πάνω στους δρόμους που γυρνάμε
η μνήμη όλο πληγές

Κάτω απ’ το ηφαίστειο, πέτρωσα σαν τη λάβα
Δεν έχω μέλλον, ούτε παρελθόν
Μου τέλειωσε και το Μεσκάλ από την κάβα
Και είναι η κάθε μου μέρα, μέρα των νεκρών
(Κάτω από το Ηφαίστειο - Διάφανα Κρίνα)

Όταν τα Διάφανα Κρίνα, στις αρχές των '90, έγραφαν ένα από τα πρώτα τους τραγούδια, το Κάτω από το Ηφαίστειοόπου μέσα σε λίγους στίχους περιγράφουν όλο το ομώνυμο βιβλίο, ε, δεν μπορεί παρά να κατοικούν μέσα στο βιβλίο. Δύο χρόνια μετά από αυτό το τραγούδι κυκλοφορούν τον πρώτο τους άλμπουμ, το Έγινε η Απώλεια Συνήθειά μας 

Το Κάτω από το Ηφαίστειο του Malcolm Lowry και το Έγινε η Απώλεια Συνήθειά Μας μοιάζουν να ανήκουν στην ίδια σκοτεινή υπαρξιακή αγωνία. Το βιβλίο είναι μια κάθοδος στην κόλαση, ντυμένη με την ομίχλη του μεσκάλ και την υπαρξιακή ζάλη. Χρειάζεται μουσική που να «βρωμάει» απόγνωση, αλκοόλ και την τραγική ομορφιά της πτώσης. Ο δίσκος αυτός είναι ιδανικό ηχητικό ένδυμα για το βιβλίο, γιατί η μουσική του έχει αυτή τη μελαγχολία του αποχαιρετισμού και την αργή, τελετουργική κίνηση της μέθης. Η ποίησή του είναι ποτισμένη με την ίδια υπαρξιακή αγωνία, τη λατρεία για το ποτό ως μέσο φυγής και την αυτοκαταστροφή ως μια ιδιότυπη μορφή λύτρωσης.

Στο μυθιστόρημα, ο Πρόξενος Τζέφρι Φέρμιν περιπλανιέται άσκοπα στους δρόμους και στις χαοτικές αναμνήσεις του, στη Κουερναβάκα του Μεξικό, την Ημέρα των Νεκρών, σαν άνθρωπος που έχει ήδη αποχαιρετήσει τον εαυτό του. Το ποτό δεν είναι απόδραση· είναι τρόπος ύπαρξης. "Μου αρέσει να περιφέρω τη θλίψη μου στη σκιά παλιών μοναστηριών, την ενοχή μου σε περιστύλια, κάτω από ταπισερί, στην ευσπλαχνία κάθε απόκοσμης cantina, όπου μελαγχολικοί αλήτες και κουτσοί ζητιάνοι πίνουν καθώς χαράζει μια αυγή που στην παγωμένη, αχνοκίτρινη, κρινένια ομορφιά της ξαναβρίσκεις τον θάνατο" λέει ο Φέρμιν. 

Εκεί που οι μεθυσμένοι ψιθυρίζουν
τραγούδια της αγάπης του χαμού
εκεί που οι νεκροί στριφογυρίζουν
στον ύπνο τους και κλαίνε που και που
(Απέραντη Θλιμμένη Ανταρκτική - Διάφανα Κρίνα)

Ο έρωτας, η επιστροφή της Υβόν, δεν λειτουργεί ως λύτρωση, αλλά ως υπενθύμιση της χαμένης δυνατότητας. Ο Πρόξενος διψάει για την Υβόν, αλλά πνίγεται στο μεσκάλ. Η Υβόν επιστρέφει σαν τελευταία πιθανότητα σωτηρίας· όμως ο Πρόξενος αδυνατεί να τη συναντήσει πραγματικά. Στον δίσκο, οι ερωτικές μορφές είναι σκιές σε έναστρη νύχτα, μέσα σε βροχή και σιωπή, παρουσίες που φωτίζουν στιγμιαία την άβυσσο, χωρίς να τη γεφυρώνουν.

Τα μάτια της λάμπουν σαν έναστρη νύχτα
τα χέρια της σκάβουν τον τύμβο της ήττας
και συ να ζητάς, για να βρεις ένα τέρμα
σαν χάδι χαμένο, στης θλίψης το δέρμα.
(Κλόουν την Τετάρτη - Διάφανα Κρίνα)

Σε μια ανυπόφορη γιορτή
κάτω από δυνατή βροχή.
Πήρες μα κι έδωσες πνοή, στην πιο θολή μου μνήμη
τώρα μπορώ να θυμηθώ που σε είχα ξάναδει.
Σε είδα σ’ άθλιους καιρούς
να μας χτυπάει το χιόνι
να μπουσουλάμε απ’ το ποτό
και μόνο να νυχτώνει.
Πήρες μα κι έδωσες πνοή, στην πιο θολή μου μνήμη
τώρα μπορώ να αφεθώ στης μοναξιάς τη δίνη.
 (Η Γιορτή - Διάφανα Κρίνα)

Είμαι ένας άνθρωπος
που γεύτηκε τη στάχτη σου
ένα περίστροφο
στο μέτωπό σου εμπρός (Δίπλα σου σαν...Πάντα - Διάφανα Κρίνα)
 

Ονειρεμένη εσύ,
μ’ έκαψε η … μ’ έγδαρε η …
μ’ έλιωσε η … βροχή.
Σαν να ‘ταν χθες, τα λόγια της φοβέρας
οτι θα φύγεις μακρυά.
Κουράστηκα,
Και πέθανα,
Δεν έψαξα πουθενά,
Φοβήθηκα,
Μην ξαναδώ,
Τα μάτια σου, σκοτεινά, αδειανά
Αδειανά και νεκρά
 (Φαρμακωμένη - Διάφανα Κρίνα)

Η αυτοκαταστροφή είναι αργή, τελετουργική φθορά. "Όχι, τα μυστικά μου είναι του τάφου και πρέπει να μείνουν μυστικά. Κι έτσι σκέφτομαι μερικές φορές τον εαυτό μου σαν έναν μεγάλο εξερευνητή που ανακάλυψε κάποια μαγική χώρα απ’ όπου δεν θα μπορέσει ποτέ να επιστρέψει για να χαρίσει τη γνώση του στον κόσμο: το όνομά όμως αυτής της χώρας είναι Κόλαση"

Τα ποτήρια μείναν άδεια
ένας φίλος που ‘φυγε νωρίς
το προσωπό του καθρεφτίζεται
στις γουλιές μας, στις ματιές μας
στις κραυγές μας, στις καρδιές μας ('Οπως τα Χιόνια - Διάφανα Κρίνα)

Η φωνή του Θάνου Ανεστόπουλου δεν κραυγάζει· μοιάζει να ψιθυρίζει μέσα από μια ήδη συντελεσμένη ήττα. Ο ομώνυμος στίχος — "Έγινε η απώλεια συνήθειά μας" — θα μπορούσε να είναι το ηθικό συμπέρασμα του μυθιστορήματος του Lowry. Η απώλεια δεν είναι ένα επεισόδιο. Είναι καθημερινότητα.  

Σβήνω τα ίχνη απ’ τα ψέμματά μας                                                                              παραπατάω στη σιωπή
έγινε η απώλεια συνήθειά μας                                                                                                      κι ο έρωτας μια άρρωστη κραυγή (Έγινε η Απώλεια Συνήθειά μας - Διάφανα Κρίνα)

Ένα μυθιστόρημα που παρακολουθώντας τα πάθη ενός ανθρώπου μιλά για την καθολικότητα του ανθρώπινου πόνου. Την αδυναμία του ανθρώπου να τα βγάλει πέρα με τις δυνάμεις του παράλογου, την τάση του για αυτοκαταστροφή και την ανάγκη του για αγάπη, την καταφυγή στο αλκοόλ έστω και με τίμημα την παραφροσύνη. Μια ιδιοφυής λογοτεχνική σκιαγράφηση της ανθρώπινης συνείδησης όπου το παρελθόν καθορίζει ποικιλοτρόπως και συχνά απρόσμενα το παρόν, με τις σχέσεις των ηρώων να αποκαλύπτονται αποσπασματικά, σχεδόν παραισθητικά. Και όλα αυτά, μέσα από μία ασυνήθιστα έντονη συναισθηματική φόρτιση που διαπερνάει σαν δόνηση –από άκρη σε άκρη- την εξέλιξη της ιστορίας, η οποία αδυνατεί να εκτονωθεί ή να εκτονώσει…

Και στα δύο έργα, η μέθη έχει παράδοξη διαύγεια. Ο ήρωας βλέπει καθαρά την πτώση του. Δεν εξαπατάται. Απλώς δεν παρεμβαίνει. Αυτή η συνειδητή ακινησία — η παραμονή μέσα στην καταστροφή — είναι ίσως το πιο κοινό τους σημείο.

Μέσα στα μπαρ που αυτοκτονούνε οι θαμώνες
μέσα στην πιο καλή μας μουσική
στους σκοτεινούς της νιότης μας χειμώνες
μέσα στα έγκατα της γης (Απέραντη Θλιμμένη Ανταρκτική - Διάφανα Κρίνα)

Αφήνω πίσω τα παλιά μου λημέρια
Και ασελγώ στο κουφάρι του χθες
ξεχειμωνιάζω σ’ ακατοίκητα χέρια
μεθάω τις λύπες μου σε άθλιες γιορτές
 (Δίπλα σου σαν...Πάντα - Διάφανα Κρίνα)

Το ηφαίστειο του Lowry δεν εκρήγνυται θεαματικά· καίει υπόγεια. "Αλλά δεν υπήρχε τίποτα εκεί: ούτε κορφές ούτε ζωή ούτε ανάβαση. Ούτε αυτή η κορυφή ήταν στην κυριολεξία κορυφή: δεν είχε καμία υπόσταση, δεν είχε στέρεη βάση. Ό,τι κι αν ήταν, κατέρρεε, κι εκείνος έπεφτε, έπεφτε μέσα στο ηφαίστειο […] το ηφαίστειο είχε εκραγεί, όμως όχι, δεν ήταν το ηφαίστειο, ήταν ολόκληρος ο κόσμος που τιναζόταν στον αέρα…."

Και στα τραγούδια των Διάφανων Κρίνων, η φωτιά δεν φαίνεται, αλλά η στάχτη είναι παντού.

Γλείφουμε τις πληγές στο άγιο σου δέρμα
σερνόμαστε κατάκοποι κοντά σου
και μεσ’ στο παρεκκλήσι της καρδιά σου
κοινωνάμε στάχτη, πίκρα και αίμα.
 (Ρίχτε τις καρδιές σας στα σκυλιά - Διάφανα Κρίνα)

Ίσως γι’ αυτό αυτά τα δύο έργα συνομιλούν τόσο βαθιά: γιατί και τα δύο μιλούν για ανθρώπους που δεν ζητούν να σωθούν. Μόνο να κατανοηθούν, έστω για μια στιγμή, μέσα στη σιωπή.  


11. Thelonius Monk - Brilliant Corners & Χούλιο Κορτάσαρ - Το Κουτσό



Αν το Brilliant Corners του Thelonius Monk ήταν βιβλίο, θα είχε τη μορφή ενός λογοτεχνικού παζλ που μπορείς να διαβάσεις με όποια σειρά θέλεις, όπως το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ. Αν το Κουτσό ήταν ήχος, θα ήταν οι αρμονικά ταιριασμένες «λάθος» νότες του Thelonious Monk. 
Το Κουτσό είναι μία λέσχη νέων, οι περίπατοι στο Παρίσι, ένα υπόγειο κλαμπ στο Μονπαρνάς, ένας διάδρομος που οδηγεί στο δωμάτιο της Μάγα. Είναι ένας χώρος γεμάτος με τη δική του ηχώ, τη δική του μουσική. Και αυτή η μουσική είναι ένας δίσκος που δεν συνοδεύει απλά την περιπλάνηση του Οράσιο Ολιβέιρα, αλλά γίνεται η ίδια η αρχιτεκτονική της σκέψης του, το Brilliant Corners του Thelonious Monk. Δεν είναι ένα άλμπουμ που ακούς απλά. Είναι ένα άλμπουμ που σε βγάζει από τα ρούχα σου, σε μπερδεύει, σε προκαλεί να το ακολουθήσεις στους αυτοσχεδιασμούς και τα αδιέξοδά του. 

Ο Κορτάσαρ δεν έγραψε ένα μυθιστόρημα· έστησε ένα τζαζ happening. Ο Οράσιο Ολιβέιρα, ο ήρωάς του, τυλιγμένος σε ένα μανδύα από αλκοόλ, τέχνη και σκέψεις, περιπλανιέται στο Παρίσι και, αναζητά παθιασμένα ένα κέντρο. Ένα σταυροδρόμι να συμμαζέψει το χάος του εγκεφάλου του. Ακριβώς όπως ο Monk περιπλανιέται πάνω στα πλήκτρα αναζητώντας μια αρμονία που δεν υπακούει στους κανόνες.

Ο δίσκος και το βιβλίο είναι γεμάτα γωνίες. Brilliant Corners. Λαμπερές γωνίες. Η μουσική του Monk είναι γεμάτη από αυτές. Οι μελωδίες του δεν κυλούν αβίαστα. Οι φράσεις του είναι κοφτές, ασύμμετρες, γεμάτες απρόσμενες παύσεις και αλλαγές ρυθμού. Οι νότες και οι συγχορδίες μοιάζουν να έχουν τοποθετηθεί "λάθος". Το πιάνο του δεν χαϊδεύει, εγκλωβίζεται σε γωνίες. Σε σημεία συνάντησης δηλαδή, αλλά και σημεία τομής. Εκεί όπου ο ένας δρόμος σταματά και αρχίζει ένας άλλος. Ακριβώς όπως στο παιχνίδι του Κουτσού που είναι χαραγμένο στο δρόμο και προσπαθεί να σε οδηγήσει στον «Ουρανό». Το ταξίδι του Οράσιο είναι μια διαρκής εναλλαγή από γωνίες. Ανάμεσα στο Παρίσι και το Μπουένος Άιρες, ανάμεσα στην τρέλα και τη λογική, ανάμεσα στη Μάγα και στις άλλες. Η σκέψη του, γεμάτη κενά σαν τις παύσεις του Monk, δεν μπορεί να ηρεμήσει, διαρκώς αναλύει, αμφισβητεί, και σκοντάφτει πάνω στην ίδια του την ύπαρξη.

Ο Monk ήταν ο παρείσακτος της τζαζ για χρόνια. Οι μουσικοί δεν καταλάβαιναν την "αρμονική" του γλώσσα. Τον θεωρούσαν τεχνικά ανεπαρκή, επειδή τα σόλο του ήταν γεμάτα από αυτό που οι άλλοι θεωρούσαν λάθη. 
Το Κουτσό είναι ένα μυθιστόρημα που μοιάζει με λάθος. Μπορείς να το διαβάσεις με δύο τρόπους, ή με όσους τρόπους θέλεις. Έχει κεφάλαια που είναι παράθυρα για να περάσεις σε άλλα. Έχει έναν ήρωα που αναζητά μια τάξη μέσα στο χάος. Όπως ο Monk, ο Κορτάσαρ δεν ενδιαφέρεται για την ευθεία γραμμή. Τον ενδιαφέρει η γωνία, η τεθλασμένη γραμμή. Ο Monk έλεγε πως "δεν υπάρχουν λάθος νότες στο πιάνο, μόνο λάθος χρόνος". Ο Οράσιο ζει σε έναν διαρκή "λάθος χρόνο", προσπαθώντας να βρει το νόημα μέσα από το παράλογο.

Το ομώνυμο κομμάτι, το Brilliant Corners, είναι μια σύνθεση τόσο περίπλοκη που ακόμα και οι δεξιοτέχνες Sonny Rollins και Clark Terry δυσκολεύτηκαν να τo ηχογραφήσουν. Η δομή του είναι ένας λαβύρινθος. Έτσι και το Κουτσό δεν είναι μόνο φιλοσοφία και πειραγμένη φόρμα. Είναι και η μελαγχολία της μοναξιάς, ο έρωτας για τη Μάγα, η αίσθηση του να είσαι ξένος. 
Η μπαλάντα Pannonica, έχει μια μελαγχολική ομορφιά. Είναι η μουσική για τις ώρες που ο Οράσιο κοιτάζει από το παράθυρο, περιμένοντας αναλογιζόμενος. Είναι η αίσθηση του να είσαι ερωτευμένος με κάτι που δεν μπορείς να ορίσεις.

Δεν μπορείς να ακούσεις Thelonius Monk κάνοντας άλλα πράγματα. Σε τραβάει από το αυτί, σου λέει "σταμάτα, άκου εδώ". Το ίδιο κάνει και ο Κορτάσαρ. Σε αναγκάζει να πεταχτείς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, να γίνεις συνεργός στην αναζήτηση.

Βάλε το Brilliant Corners να παίξει και άνοιξε το Κουτσό σε μια τυχαία σελίδα. Δεν έχει σημασία ποια. Ο Monk και ο Κορτάσαρ θα σε συναντήσουν στη γωνία παίζοντας κουτσό. Ο Κορτάσαρ παίζει μαζί σου με χιούμορ, σε βάζει στην Λέσχη του Φιδιού, πίνετε και φιλοσοφείτε με τον Οράσιο, ερωτοτροπείτε με την Μάγα. Και ξαφνικά πηδάει από άλλη σελίδα ο Μορελί και αρχίζει να αυτοσχεδιάζει με ένα άγριο στρυφνό φιλοσοφικό σόλο και στα ακουστικά ο Monk να ιερουργεί. Την νύχτα αλητεύετε στα στενά του Παρισιού και στα αυτιά σου ηχεί ο Sonny Rollins. Ξαπλώνετε στο κρεβάτι με την Μάγα και η βελόνα κολλάει σ' ένα ερωτικό σόλο του μειλίχιου Clark Terry. Ο Κορτάσαρ σε πετάει με πάθος στο πάτωμα, σηκώνεσαι ζαλισμένος, πας μπρος πίσω κάμποσες φορές και συνεχίζεις. Αλλάζουν σελίδες και ήχοι, μαύρο ρούμι, έρωτας, τέχνη, λόγος, γραφή, φιλοσοφία. Ανάβαση απ' τη γη προς τον ουρανό. Ξεχειλίζει η ζωή.






Περίμενα έναν οδηγό να έρθει και να με πάρει από το χέρι,
Θα μπορούσαν αυτές οι αισθήσεις να με κάνουν να νιώσω τις απολαύσεις ενός φυσιολογικού άνδρα;
Αυτές οι αισθήσεις μετά βίας μου κρατούν το ενδιαφέρον για την επόμε
https://lyricstranslate.com/el/disorder-%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πρόσφατα σχόλια