Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

Ποιος είσαι κ. Τζόουνς;


Μπαίνεις στο δωμάτιο με το μολύβι σου στο χέρι
Βλέπεις κάποιον γυμνό και λες, "ποιος είν' αυτός;"
Προσπαθείς πολύ μα δεν μπορείς να καταλάβεις
Ούτε καν τι πρόκειται να πεις όταν γυρίσεις πίσω
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Σηκώνεις το κεφάλι σου και ρωτάς, "είν' αυτό εκεί;"
Και κάποιος σε δείχνει και λέει, "δικό του είναι"
Και συ λες, "τι είναι δικό μου;" και κάποιος άλλος λέει "που, ποιο είναι;"
Και συ λες, "΄ώ, Θεέ μου, είμαι εδώ πέρα ολομόναχος;"
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Κρατάς σφιχτά το εισιτήριο και το τέρας πας να δεις
Που έρχεται αμέσως σαν σ' ακούει να μιλάς
Και λέει, "τι αίσθηση σου κάνει τέτοιο κτήνος να 'σαι;"
Και συ λες, "αδύνατο" καθώς ένα κόκκαλο σου πλασάρει
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Έχεις ένα σωρό επαφές ανάμεσα σε ξυλοκόπους
Πληροφορίες να σου δίνουν, σαν κάποιος στην φαντασία σου ορμήσει
Μα κανείς δεν σέβεται κι όλοι από σένα περιμένουν
Μια επιταγή να δώσεις στους αφορολόγητους φιλανθρωπικούς συλλόγους
Βρέθηκες με προφεσσόρους κι άρεσε σ' όλους η θωριά σου
Με νομικούς συζήτησες για λεπρούς κι απατεώνες
Έχεις ξετινάξει όλα του Σκοττ Φιτζέραλντ τα βιβλία
Είσαι πολυδιαβασμένος, είναι πασίγνωστο
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Ο τύπος που καταπίνει σπαθιά έρχεται κοντά σου
Κι ύστερα γονατίζει και κάνει το σταυρό του
Και μετά τα ψηλά τακούνια του χτυπάει
Και χωρίς άλλη προειδοποίηση σε ρωτά πως αισθάνεσαι
Και λέει "πάρε πίσω το λαρύγγι σου, σ' ευχαριστώ για το δάνειο"
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Βλέπεις τώρα αυτόν τον μονόφθαλμο νάνο να φωνάζει ΤΏΡΑ
Και συ λες, "για ποιο λόγο;" κι αυτός λέει, "πως;"
Και συ λες, "τι σημαίνει αυτό;"
Και σου ουρλιάζει εκείνος, "είσαι μια γελάδα
Δώσε μου λίγο γάλα ή αλλιώς τράβα σπίτι"
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Λοιπόν, μπαίνεις στο δωμάτιο σαν καμήλα και μετά κατσουφιάζεις
Βάζεις τα μάτια σου στην τσέπη και τη μύτη σου στο χώμα
Θα 'πρεπε να είχαν ένα νόμο, να μην σε συνεφέρνουν
Θα 'πρεπε να υποχρεωθείς ακουστικά να φορέσεις
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;
                                                                         Bob Dylan, 1965                                                                                                        (μτφρ. Γιάννης Τζώρτζης)

Ballad of a thin man. Η μπαλάντα ενός αδύνατου ανθρώπου.  Η μπαλάντα του ανθρώπου που βρίσκεται δίπλα μας. Ξανά και ξανά: έλλειψη κατανόησης, επικοινωνίας. Αλλεπάλληλες, χοροπηδηχτές ερωτήσεις. Καμία απάντηση. Ο κ. Τζόουνς στο προσκήνιο.

Δημοσιογράφος : Ποιoς είναι ο κ. Τζόουνς;
Bob Dylan : Ο κ. Τζόουνς. Δεν θα σου πω το πρώτο του όνομα. Θα μου κάνουν μήνυση.
Δημοσιογράφος : Τι δουλειά κάνει;
Bob Dylan : Είναι pinboy. Επίσης φοράει ζαρτιέρες.
                                          (Από συνέντευξη του Bob Dylan στο L.A. Free Press, 1965)


Ποιος είσαι κ. Τζόουνς; 
Από το 1965 που κυκλοφόρησε το Ballad of a thin man, o Bob Dylan ποτέ δεν αποκάλυψε την αληθινή ταυτότητα του πραγματικού κ. Τζόουνς, αν υποθέσουμε ότι είναι πράγματι υπαρκτό πρόσωπο, όσες φορές ρωτήθηκε επ' αυτού.

Είναι ο Μπράιαν Τζόουνς, ο κιθαρίστας τότε των Rolling Stones, που σε μια παραισθησιακή του έκρηξη θεωρούσε ότι σ' αυτόν αναφέρεται το τραγούδι; 
Ή ο δημοσιογράφος Τζέφρι Τζόουνς του περιοδικού Time, που το 1965 στο φολκ φεστιβάλ του Newport είχε πάρει μια ταραχώδη συνέντευξη από τον Dylan κάνοντας του ηλίθιες ερωτήσεις;
Μήπως ο δημοσιογράφος Μαξ Τζόουνς του Melody Maker που του είχε πάρει συνέντευξη το 1964 στην Αγγλία; Σε κάτι τέτοιο "συνηγορεί" η πρώτη στροφή από το τραγούδι:

Μπαίνεις στο δωμάτιο με το μολύβι σου στο χέρι
Βλέπεις κάποιον γυμνό και λες, "ποιος είναι αυτός;"
Προσπαθείς πολύ μα δεν μπορείς να καταλάβεις
Ούτε καν τι πρόκειται να πεις όταν γυρίσεις πίσω
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Το 1986 σε συναυλία του στην Ιαπωνία προλόγισε το τραγούδι λέγοντας "Αυτό το τραγούδι το έγραψα για ανθρώπους που κάνουν ερωτήσεις όλη την ώρα. Και αυτό είναι πολύ κουραστικό. Απλά, δεν θες να απαντάς σε άλλες ερωτήσεις."

Αλλά ο κ. Τζόουνς είναι pinboy και φορά ζαρτιέρες (είπε ο ίδιος). Είναι ομοφυλόφιλος; Πολλοί θεωρούν ότι στο Ballad of a thin man ο Dylan μιλάει για ομοφυλοφιλία. Σε πολλές φράσεις από το τραγούδι, με λίγη φαντασία, μπορεί να θεωρηθεί ότι μιλάει για ομοφυλοφιλία. Την εποχή εκείνη έκανε πολύ παρέα με τον, δηλωμένο ομοφυλόφιλο, beat ποιητή Allen Ginsberg ο οποίος σαφέστατα θα τον είχε επηρεάσει.

Στον βιογράφο του Robert Shelton είπε "θα μπορούσα να σου πω ποιος κ. Τζόουνς είναι στη ζωή μου, αλλά, όπως, καθένας έχει τους δικούς του κ Τζόουνς."

Είναι ο κ. Τζόουνς ο ίδιος ο Bob Dylan;
Ο κάθε καλλιτέχνης διαλέγει τον δικό του τρόπο να υπάρξει. Και ο Bob Dylan, στην πιο δημιουργική του φάση, δημιούργησε ορισμένους χαρακτήρες που τον άγγιξαν και φόρεσε την μάσκα τους στο δικό του πρόσωπο. 

Δεν έχει και τόση σημασία αν ο κ. Τζόουνς είναι ο Bob Dylan. Εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει, είναι η αποκάλυψη, μέσα απ' το τραγούδι, μιας γνώριμης φιγούρας μέσα στον πολιτισμό της νεολαίας. Του κ. Τζόουνς.





βασιλιάδες ή αγγελιοφόροι




Τους ρώτησαν αν θέλουν να γίνουν 
βασιλιάδες ή αγγελιοφόροι των βασιλιάδων. 
Σαν τα παιδιά, διάλεξαν όλοι το δεύτερο. 
Έτσι, υπάρχουν μόνον αγγελιοφόροι που τρέχουν 
γύρω γύρω στον κόσμο και φωνάζουν ο ένας στον 
άλλον - αφού δεν υπάρχουν βασιλιάδες - ακατανόητα μηνύματα. 
Θα ήθελαν να δώσουν ένα τέλος σ' αυτή την άθλια 
ζωή, αλλά δεν τολμούν να πατήσουν τον όρκο τους.
                                                            
                                                                             ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Dear Dirty Dublin


Δουβλίνο, η πόλη της ποίησης και της λογοτεχνίας. Η πόλη του Τζέημς Τζόυς, του Όσκαρ Ουάιλντ, του Τζόναθαν Σουίφτ, του Σάμιουελ Μπέκετ, του Τζώρτζ Μπέρναρντ Σω, του Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς κ.α.. Αγαπημένο βρωμοδουβλίνο το αποκαλούσε ο Τζόυς, που το περιέγραψε με τόση λεπτομέρεια μέσα από το μυθιστόρημα του, τον Οδυσσέα.

«Αυτό που θέλω», είπε ο Τζόυς καθώς κατηφορίζαμε την Universitatsstrasse, «είναι να δώσω μια τόσο πλήρη εικόνα τον Δουβλίνου, ώστε αν μια μέρα συνέβαίνε ξαφνικά η πόλη να εξαφανιστεί από προσώπου γης να μπορεί να αναστηλωθεί μέσα απ’ το βιβλίο μου.»
Frank Budgen, The Making of Ulysses, Indiana U. Press, 1960, σ. 67,

Αυτή την πόλη, στην οποία ρέει άφθονη η μεθυσμένη με μπύρα λογοτεχνία, κατέγραψε σε εικόνες το μάτι του φωτογραφικού φακού, διανθισμένες με κείμενα από τον Οδυσσέα του Τζόυς.




Πύργος Martello στο Sandycove, Δουβλίνο

Καμαρωτός, ο γιομάτος Μπακ Μάλλιγκαν παρουσιάστηκε στο κεφαλόσκαλο, κουβαλώντας ένα κύπελλο με σαπουνάδα που πάνω του ένας καθρέφτης κι ένα ξυράφι ακουμπούσαν σταυρωτά.
Μια κίτρινη ρόμπα, λυτή, κρατιόταν ανάλαφρα πίσω του από το ήπιο πρωινό αγέρι.
Ύψωσε το κύπελλο στον αέρα και έψαλε:

— Introibo ad altare Dei.

Διέκοψε, έψαξε με τα μάτια κατά την σκοτεινή γυριστή σκάλα και φώναξε άγρια:

— Ανέβα πάνω, Κιντς. Ανέβα πάνω, απαίσιε Ιησουίτη.

Με επισημότητα προχώρησε πιο μπροστά και καβαλλίκεψε την στρογγυλή πολεμίστρα.
Ατένισε ολόγυρα και ευλόγησε με σοβαρό ύφος τρεις φορές τον πύργο, την γύρω εξοχή και
τα αφυπνιζόμενα βουνά. Ύστερα, μόλις πήρε το μάτι του τον Στήβεν Δαίδαλο, έγειρε προς
την μεριά του και έκανε γρήγορους σταυρούς στον αέρα, γουγλουκίζοντας με τον λαιμό του
και κουνώντας το κεφάλι του.

(Οδυσσέας, κεφ. 1, Τηλέμαχος)



Πύργος Martello

Ο Χέηνς ρώτησε:
— Πληρώνετε ενοίκιο γι ’ αυτόν τον πύργο;
— Δώδεκα λίρες, είπε ο Μπακ Μάλλιγκαν.
— Στον υπουργό πολέμου, πρόσθεσε πάνω από τον ώμο του ο Στήβεν. Κοντοστάθηκαν ενώ ο Χέηνς επιθεωρούσε τον πύργο μέχρι που στο τέλος είπε:
— Θα κάνει ένα βρωμόκρυο τον χειμώνα, έτσι μου φαίνεται. Μαρτέλλο δεν τον λέτε;
— Ο Μπίλλυ ο Πιτ έβαλε και τους έχτισαν, είπε ο Μάλλιγκαν, τον καιρό που οι Γάλλοι κυριαρχούσαν στην θάλασσα. Αλλά ο δικός μας είναι ο ομφαλός.

(Οδυσσέας, κεφ. 1, Τηλέμαχος)




Oscar Wilde, Merrion Square, Δουβλίνο.

Μ’ ενα καινούργιο γέλιο τράβηξε τον καθρέφτη από τα εξεταστικά μάτια τού Στήβεν.
— Η μανία του Κάλλιμπαν που δέν αναγνωρίζει το πρόσωπο του μες στον καθρέφτη, είπε.
Μόνο που ό Wilde δεν ζει πιά για να σε δει.

[...]

— Πφφφ! ειπε ο Μπακ Μάλλιγκαν. Ξεφύγαμε από τον Wilde και τις παραδοξολογίες.
Είναι εντελώς απλό. Άποδεικνύει με την ’Άλγεβρα ότι ο εγγονός του ’Άμλετ είναι ο παππούς του Σαίξπηρ και ότι αυτός ο ίδιος είναι το φάντασμα του πατέρα του.

(Οδυσσέας, κεφ. 1, Τηλέμαχος)




Εκκλησία Αγίου Γεωργίου, Δουβλίνο


Ένα σύννεφο άρχισε να καλύπτει τον ήλιο, γεμάτα, αργά, γεμάτα. Γκρίζο. Μακριά

[...]

Κάτι τρίζει και σβουρίζει υπόκωφα ψηλά στον αέρα. Οι καμπάνες της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου. Χτυπούσαν την ώρα: ηχηρό σκούρο σίδερο.
Χάι χο! Χάί χο!
Χάί χο! Χάί χο!
Χάί χο! Χάί χο!

Παρά τέταρτο. Να το πάλι. Το υπερτόνιο συνέχισε μες στον αέρα, μια τρίτη.

(Οδυσσέας, κεφ. 4, Καλυψώ)


......μπορεί κάποια μέρα να γυρίσει σπίτι και να τον έχουν απολύσει και από τον Ελεύθερο ’Άνθρωπο όπως και από τόσες άλλες θέσεις εξ αιτίας τής οργάνωσης των εθνικιστών τής Σίν Φέιν ή των μασόνων τότε θα δούμε αν ο ανθρωπάκος πού μου έδειξε να τρέχει μούσκεμα μες στη βροχή ολομόναχος κοντά στην οδό Κόουντυς θα τον βοηθήσει πού λέει πώς είναι τόσο ικανός και πώς είναι ειλικρινής ’Ιρλανδός πατριώτης πράγματι αν κρίνει κανείς από την ειλικρίνεια των παντελονιών πού είδα πώς φόραγε στάσου να οι καμπάνες τής εκκλησίας τού Άι Γιώργη στάσου τρία τέσσερα στάσου χτύπησε δύο λοιπόν ωραία ώρα να γυρίζει σπίτι του μέσα στη νύχτα και να πηδάει το φράχτη με τα κάγκελα αν τον έβλεπε κανείς στη γειτονιά θα τού την κόψω αυτή τη συνήθεια αύριο πρώτα θα εξετάσω το πουκάμισό του για να δω ή θα κοιτάξω αν έχει ακόμα εκείνο το προφυλακτικό στο πορτοφόλι του υποθέτω πώς πιστεύει ότι δεν το ξέρω απατεώνες άντρες όλες οι είκοσι τσέπες τους δεν αρκούν για τα ψέματά τους υστέρα γιατί να τούς λέμε την αλήθεια δεν πρόκειται να σε πιστέψουν χώνονται μέσα στο κρεβάτι σαν εκείνα τα μωρά.....

(Οδυσσέας, κεφ. 18, Πηνελόπη)




Bachelor's walk με φόντο την Bachelors Inn pub


Τί του προσέδωσε ανακούφιση όταν κάθησε;
Η αγνότητα, η γύμνια, η στάση, η ηρεμία, η νιότη, η χάρη, το φύλο, η συμβουλή ενός όρθιου
αγάλματος στό κέντρο του τραπεζιού, που απεικόνιζε το Νάρκισσο, αγορασμένο σε
πλειστηριασμό από τον Π.Α. Ρεν, Μπάτσελορς Γουώκ 9.

(Οδυσσέας, κεφ. 17, Ιθάκη)


ΠΑΝΤΥ ΝΤΙΓΚΝΑΜ: (Σοβαρά.) Κάποτε δούλευα υπάλληλος στον δικηγόρο κύριο Τζών Χένρυ Μέντον, εντεταλμένο για ένορκους βεβαιώσεις και καταθέσεις, οδός Μπάτσελορς 27. Τώρα απεβίωσα λόγω υπερτροφίας του καρδιακού διαφράγματος. Κρίμα. Η καημένη η γυναίκα μου δέχτηκε ολέθριο κτύπημα. Πώς το άντεξε; Κρύψτε της την μπουκάλα με το σέρυ. (Κοιτάζει ολόγυρά του.) Έναν φανοστάτη. Πρέπει να ικανοποιήσω μιά ζωώδη ανάγκη. Ο οργανισμός μου δεν σηκώνει αυτό το βουτυρόγαλα.

(Οδυσσέας, κεφ. 15, Κίρκη)



Γέφυρα O'Connell, ποταμός Liffey

Όταν έφτασε στη γέφυρα Ο’Κόννελλ μιά μπάλα καπνού ανέβαινε από το στηθαίο. Μαούνα της ζυθοποιίας φορτωμένη μαύρη μπύρα γιά εξαγωγή. Γιά την Αγγλία. Φαίνεται πως ο θαλασσινός αέρας την ξυνίζει. Μιά επίσκεψη θα ήταν άκρως ενδιαφέρουσα, αν κατάφερνα κάποτε νά εξασφαλίσω από τον Χάνκοκ τη σχετική άδεια. Διαφορετικός κόσμος, με πλήρη οργάνωση. Περίφημες αυτές οι δεξαμενές μπύρας. Ακόμα και τα ποντίκια τα καταφέρνουν να μπουν. Πίνουνε τον άγκλέουρα μέχρι που πρήζονται σαν πνιγμένα σκυλιά. Πίνουνε μέχρι σκασμού. Πίνουν μέχρι να ξεράσουν, σαν χριστιανοί. Σκέψου να πιείς κι εσύ κατόπιν από την ίδια! Ποντίκια μες στη δεξαμενή. Αν ξέραμε πόσα και πόσα γίνονται γύρω μας.

(Οδυσσέας, κεφ. 8, Λαιστρυγόνες)




Ποταμός Liffey

Κοιτάζοντας κάτω είδε τους γλάρους να χτυπάνε με δύναμη τα φτερά τους καθώς πετούσαν κοντά στους γυμνούς τοίχους της άποβάθρας. Τρικυμία στ’ ανοιχτά. Αν εκανε μια βουτιά; Ο γιός του Ρουβήμ Τζ. πρέπει να την έκανε τούμπανο, πίνοντας αυτά τα βρωμόνερα. Ένα σελλίνι και οχτώ πέννες παραπάνω. Χα, χα! Το αστείο βρίσκεται στον τρόπο που το ξεφουρνίζει. Επίσης ξέρει τον τρόπο να διηγηθεί μιαν ιστορία. Τώρα πετάνε χαμηλότερα. Ψάχνουν για φαγητό. Περίμενε. Έριξε ανάμεσά τους ενα μπαλάκι από τσαλακωμένο χαρτί. Ο Ήλίας ερχεται, τριάντα δύο πόδια ανά δευτερόλεπτον. Μπα, καμία αίσθηση. Το περιφρονημένο μπαλάκι χτύπησε στις αυλακιές των κυμάτων και χάθηκε πλέοντας κάτω από τους πυλώνες της γέφυρας. Δεν είναι κορόιδα. Όπως την ημέρα που τους πέταξε εκείνο το μπαγιάτικο κέικ από το καράβι Ο Βασιλιάς του Έριν, το αρπάξανε μέσα στο αυλάκι του νερού είκοσι μέτρα πιο πίσω. Ζούνε με ό,τι λάχει. Στριφογύριζαν πετώντας.

(Οδυσσέας, κεφ. 8, Λαιστρυγόνες)

[...]

Στάσου. Αυτά τα κακόμοιρα τα πουλιά. Στάθηκε και αγόρασε από την πωλήτρια των μήλων δύο κουλούρια, δύο στην πέννα, έσπασε την εύθραυστη ζύμη και πέταξε τα κομμάτια στο ποτάμι. Βλέπεις τι γίνεται; Οι γλάροι όρμησαν αθόρυβα από. τα ύψη τους, πρώτα δύο, ύστερα όλοι, κι έπεσαν πάνω στη λεία τους. Τελείωσε. Δεν έμεινε ψίχουλο.

(Οδυσσέας, κεφ. 8, Λαιστρυγόνες)

[...]

Στριφογύριζαν, χτυπώντας αδύναμα τα φτερά τους. Δεν πρόκειται να τους πετάξω κι άλλα. Μία πέννα είναι αρκετή. Εξ άλλου, μου πρόσφεραν τόσες ευχαριστίες. Ούτε ένα κρώξιμο. Μεταδίδουν κι αυτοί την ασθένεια του αφθώδους πυρετού. Λένε ότι αν ταΐσεις μια γαλοπούλα με αλεύρι από κάστανα, τότε το κρέας της παίρνει τη γεύση τους. Όπως όταν κανείς τρώει γουρούνι, γίνεται κι αυτός γουρούνι. 'Όμως, γιατί τα ψάρια του αλμυρού νερού δεν είναι αλμυρά; Πώς γίνεται;

(Οδυσσέας, κεφ. 8, Λαιστρυγόνες)




Ακτή Σαντυμάουντ

Μήπως βαδίζοντας στην ακτή του Σάντυμάουντ οδεύω για την αιωνιότητα;

(Οδυσσέας, κεφ. 2, Νέστωρ)

Μέσα από τις αμμουδιές όλου του κόσμου, έχοντας στην πλάτη το φλεγόμενο σπαθί του ήλιου, όλο δυτικά, αποδημώντας σε νυχτωμένες χώρες. Και σέρνει εκείνη, αποσπά, τραβάει, έλκει, ρυμουλκεί το φορτίο της. Μια παλίρροια που φεύγει δυτικά, καθώς την οδηγεί η σελήνη με το φως της. Παλίρροιες, μυριάδες νησιά εντός της, αίμα όχι το δικό μου, οίνοπα πόντον, μια κρασοσκότεινη θάλασσα.

(Οδυσσέας, κεφ. 3, Πρωτέας)


Τετράλεξη κυματομιλία: σσηησοο, χρσσσ, ρσσσιιάιςς, οοουςς.

(Οδυσσέας, κεφ. 3, Πρωτέας)




Howth, φάρος


Το καλοκαιρινό δειλινό είχε αρχίσει να τυλίγει τον κόσμο στο μυστηριώδες του αγκάλιασμα. Πέρα μακριά στη δύση ο ήλιος εβασίλευε και οι τελευταίες ανταύγειες μιας μέρας πού βιαζόταν να φύγει καθυστερούσαν ερωτιάρικα πάνω στη θάλασσα και την ακρογιαλιά, πάνω στο περήφανο ακρωτήριο του αγαπημένου γερικου Χάουθ, που όπως πάντα επιτηρούσε τα νερά του κόλπου, τους χορταριασμένους βράχους της παραλίας του Σάντυμαουντ και, πιό πολύ απ' ολα, τη σιωπηλή εκκλησία, απ’ όπου, μέσα στη σιγαλιά, ανάβρυζε πότε-πότε ο ήχος της προσευχής προς εκείνη, η οποία, μέσα στην καθάρια ακτινοβολία της, στέκει πάντα σαν φάρος στην θυελλοδαρμένη καρδιά του ανθρώπου, τη Μαρία, το θαλάσσιο οίστρο.

[...]

Χάουθ. Τά φώτα τού φάρου τού Μπέιλυ. Δύο, τέσσερα, εξι, οχτώ, εννιά. Κοίτα. Πρέπει νά μεταβάλλονται, αλλιώς μπορεί νά τό έκλάβει κανείς γιά κάποιο σπίτι. Οί ναυαγιαιρέτες.

[...]

Ήταν σαν τις ζωγραφιές, τις οποίες συνήθιζε να ζωγραφίζει εκείνος ο άνθρωπος πάνω στο πεζοδρόμιο με κιμωλίες όλων των χρωμάτων και ήταν τόσο κρίμα να τις αφήνει εκεί να σβήσουν ύστερα από λίγο, η εσπέρα και τα σύννεφα που έρχονταν από μακριά και ο φάρος του Μπέιλυ στο ακρωτήριο Χάουθ και ο ήχος της μουσικής και το άρωμα του λιβανιού που έκαιγαν στην εκκλησία σαν αρωματισμένη αύρα.

(Οδυσσέας, κεφ. 13, Ναυσικά)





Howth


Θεέ μου, είπε ήρεμα. Η θάλασσα δεν είναι έτσι όπως την αποκαλεί ο Άλτζυ, η γκρίζα γλυκειά μας μάνα; Η μυξοπράσινη θάλασσα. Η αρχιδοσφίχτρα θάλασσα. Επί οίνοπα πόντον . Ω, Ντένταλους, οι Έλληνες. Πρέπει να σου τους γνωρίσω. Πρέπει να τους διαβάσεις στο πρωτότυπο. Θάλαττα! Θάλαττα! Είναι η μεγάλη γλυκειά μας μάνα. Έλα να την κοιτάξεις.

(Οδυσσέας, Κεφ. 1, Τηλέμαχος)

Αναπόδραστος στάσις του ορατού: τουλάχιστον αυτό αν όχι κάτι παραπάνω, σκέψη δια των ματιών μου. Τις υπογραφές στο κάθε τι βρίσκομαι εδώ για να διαβάσω, στης θάλασσας το γόνο και στης θάλασσας τη σύρτη, στην παλίρροια που φουσκώνει, σε τούτο το σκεβρωμένο στιβάλι. Μυξοπράσινο, ασημογάλανο, σκουριασμένο: χρωματισμένα σημάδια. Όρια του διαφανούς.

(Οδυσσέας, κεφ. 2, Νέστωρ)








Κολέγιο Trinity

ΜΠΛΟΥΜ: ’Ώ, ξέρω. Τό μαντρόσκυλο βρίσκεται στο πόστο του. “Όμως, είναι φοιτητής τού κολλεγίου Τρίνιτυ. Πρόκειται για τούς καλύτερους πελάτες τού καταστήματος σου. Οι κύριοι πού πληρώνουν το ενοίκιο. (Κάνει ένα μασονικό σχήμα.) Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Ανεψιός του αντιπρύτανη. Δεν θέλεις να γίνει σκάνδαλο.

ΜΠΕΛΛΑ: (’Οργισμένα.) Τού κολεγίου Τρίνιτυ! Κουβαλιούνται εδώ μέσα μετά τις λεμβοδρομίες και τα κάνουν λαμπόγυαλο χωρίς να πληρώσουν δεκάρα. Εσύ κάνεις κουμάντο εδώ μέσα; Πού είναι αυτός; Θα τον καταγγείλω. Θα τον ξεφτιλίσω, θα δει.

(Οδυσσέας, κεφ. 15, Κίρκη)

Το χαμόγελό του έσβησε καθώς προχωρούσε, κι ένα βαρύ σύννεφο έκρυψε αργά τον ήλιο, σκιάζοντας τη σκυθρωπή πρόσοψη του κολεγίου Τρίνιτυ. Τα τραμ διασταυρώνονταν, ανέβαιναν, κατέβαιναν, κουδούνιζαν. Δεν ωφελούν τα λόγια. Τα πράματα τραβούν το δρόμο τους· μέρα με τη μέρα· ομάδες αστυφυλάκων αρχίζουν τη βάρδια τους, τελειώνουν τη βάρδια τους· τα τραμ ανεβαίνουν και κατεβαίνουν.

(Οδυσσέας, κεφ. 8, Λαιστρυγόνες)


Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

Επεξεργασία φωτογραφίας με το Lightroom

Το Lightroom, το μικρό αδελφάκι του Photoshop, είναι ένα εξαιρετικό πρόγραμμα επεξεργασίας των φωτογραφιών, με απίστευτα αποτελέσματα. Είναι ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα και χρησιμοποιείται πλέον από τους περισσότερους φωτογράφους, λόγω της ευκολίας στην χρήση του. Οι μεγάλοι γκουρού του Photoshop, λένε ότι με το Lightroom μπορείς να κάνεις το 95% της δουλειάς του Photoshop (για το υπόλοιπο 5% - μάσκες, layers, διόρθωση προοπτικής. μοντάζ, clone tool κ.α. - χρειάζεται το Photoshop). Λόγω της συνεργασίας μεταξύ των δύο προγραμμάτων, αν είναι εγκαταστημένα και τα δύο στο σύστημα, μπορεί ο χρήστης να περνά από το ένα στο άλλο τις φωτογραφίες του, έχοντας έτσι άπειρες δυνατότητες επεξεργασίας.

Μία εξαιρετική τεχνική επεξεργασίας των φωτογραφιών στο Lightroom είναι από ένα  Γάλλο φωτογράφο, και δίνει γρήγορα και εκπληκτικά αποτελέσματα. Αξίζει να δοκιμασθεί (και ως γνωστό στο Lightroom, ότι αλλαγές και να κάνουμε δεν αλλοιώνουμε την πρωτότυπη φωτογραφία μας).

Ανοίγουμε την φωτογραφία μας στο Lightroom στο Develop module
1. Μετακινούμε το slider των Highlights τελείως αριστερά (-100)
2. Το Shadows δεξιά (80-100), ανάλογα με την φωτεινότητα της φωτογραφίας
3. Με πατημένο το  alt μετακινούμε το Whites δεξιά, μέχρι μόλις να φανεί πληροφορία 
4. Με πατημένο το alt μετακινούμε το Blacks προς τα αριστερά μέχρι να δούμε πληροφορία
5. Με το Temp διορθώνουμε το χρώμα (προς τα δεξιά συνήθως για πιο ζεστό χρώμα)
6. Λίγο Contrast (έως 25)
7. Λίγο Clarity (έως 25)
8. Μετά κάνουμε Sharpening στο panel Detail με αρκετό amount (70-90)




















                  πριν                                      μετά


Αυτή είναι η βασική επεξεργασία μας.

Μετά μπορούμε να κάνουμε τμηματικές βελτιώσεις με το Graduated Filter και το Adjustment brush (να φωτίσουμε ή να σκοτεινιάσουμε τμηματικά, να βελτιώσουμε  επιμέρους το χρώμα κ. α.). Επίσης μπορούμε να περάσουμε στο Photoshop για άλλες βελτιώσεις.



Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Γκράφιτι στους δρόμους της Αθήνας

Για άλλους είναι τέχνη και για άλλους βανδαλισμός. Τα γκράφιτι πρωτοπαρουσιάστηκαν στην Αμερική την δεκαετία του '60 και έχουν κατακλύσει όλο τον κόσμο. Καλλιτέχνες του δρόμου "κοσμούν" με τα γκράφιτι τους τοίχους σε αστικά κέντρα, περνώντας με αυτό τον τρόπο την άποψη τους, γράφοντας συνθήματα ή ζωγραφίζοντας μικρές ή μεγάλες εικόνες. Το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα αισθητικά όμορφο, εξαρτάται από τον καλλιτέχνη και τον χώρο που έχει να εκμεταλλευτεί. Υπάρχουν γκράφιτι εκπληκτικά που έχουν συμπεριληφθεί κατά καιρούς σε μουσεία τέχνης. Στην Ελλάδα εμφανίστηκαν την δεκαετία του '80. Από περιπλανήσεις μου στους δρόμους της Αθήνας παρουσιάζω όμορφα και λιγότερο όμορφα γκράφιτι, που το καθένα έχει την δική του ιστορία να διηγηθεί.




Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Ο πιο σπάνιος δίσκος της Ελληνικής Ροκ σκηνής

Αλήθεια ποιος είναι ο πιο σπάνιος δίσκος της Ελληνικής Ροκ σκηνής αλλά και ταυτόχρονα ο πιο σπάνιος της Ελληνικής δισκογραφίας γενικότερα;
Το 1985 στην Αθήνα ο Περικλής Μποζινάκης (τραγούδι-μπάσο), ο Γιώργος Καρατζάς (κιθάρα) και ο Μιχάλης Τζεζαϊρλίδης (ντραμς) σχηματίζουν τους Venus in Furs, εμπνευσμένοι από το ομώνυμο κομμάτι των Velvet Underground.
Εκρηκτικοί στα λαϊβ τους παίζουν ένα είδος μουσικής που αργότερα ονομάστηκε μετα-πανκ (post-punk) που χαρακτήρισε την δεκαετία του '80, μετά την
έκρηξη αλλά και το γρήγορο τέλος του πανκ στην διεθνή σκηνή. Μαθαίνοντας ότι υπάρχει γκρούπ στην Βρετανία με το ίδιο όνομα, το μικραίνουν σε ....in Furs, και έτσι βγάζουν 2 ντέμο, έως ότου το
1989 αποφασίζουν να φτιάξουν το πρώτο τους Lp με το όνομα τους. Εξαιτίας όμως κάποιου προβλήματος στην κοπή του βινυλίου, ο δίσκος δεν κυκλοφόρησε ποτέ επίσημα, παρά μόνο κόπηκαν 10 αντίτυπα τα οποία βρίσκονται σήμερα  στην κατοχή κάποιων δημοσιογράφων και συλλεκτών και αποτελεί τον δίσκο-φάντασμα της ντόπιας Ροκ σκηνής. Αποτελεί τον πιο σπάνιο δίσκο στην Ελληνική δισκογραφία μαζί με τον δίσκο των Εν Πλω.
Παρακάτω παρουσιάζω τα 11 τραγούδια αυτού του αξιόλογου δίσκου


...In Furs - Dream



Χρώματα από την Ινδία

Πολύ καλές φωτογραφίες του φίλου Δημήτρη Χασάπη, από ένα ταξίδι του στην Ινδία, τις οποίες επεξεργάστηκα στο Photoshop.




Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Το τραγούδι του blog "Wasn't born to follow"

Είναι το καλύτερο τραγούδι που έχω ακούσει ποτέ, τον τίτλο του οποίου χρησιμοποίησα και σαν υπότιτλο του μπλογκ, το  "wasn't born to follow" των Byrds, που περιλαμβανόταν στο άλμπουμ τους The Notorious Byrd Brothers του 1967.  Το τραγούδι είναι σύνθεση του Gerry Goffin και της συζύγου του Carole King
Ένα δίλεπτο αριστούργημα της ψυχεδελικής περιόδου του γκρουπ.


Οι Byrds είχαν ξεκινήσει σαν φολκ-ροκ συγκρότημα και έγιναν γνωστοί με τις εκπληκτικές τους διασκευές σε τραγούδια του Bob Dylan. To 1966-67  έγραψαν 2 άλμπουμ ύμνους του χιπισμού, το 5th Dimension (κυρίως αυτό) και το The Notorious Byrd Brothers. Εξαιρετικοί μουσικοί όλοι τους, καθοδηγούνταν από τον πολυτάλαντο Roger McGuinn και τον David Crosby (μετέπειτα στους Crosby, Stills, Nash & Young). 
To Wasn't born to follow έγινε ιδιαίτερα γνωστό από το soundtrack της ταινίας - ύμνο του χιπισμού, το Easy Rider του Dennis Hopper





Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Ο πιο ακριβός δίσκος της Ελληνικής δισκογραφίας


Ο πιο ακριβός Ελληνικός δίσκος που πουλήθηκε ποτέ είναι του νεο-κυματικού Πάνου Σαββόπουλου (σύγχρονου του Νιόνιου) με τίτλο "Το Δωμάτιο" που κυκλοφόρησε το 1969. Πουλήθηκε 1903 δολ. στο e-bay το 2010. Το ίδιο φαίνεται να αξίζει και ο δεύτερος του δίσκος "Το Επεισόδιο" του 1971.









Πρόσφατα σχόλια