Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

Κατά τον Δαίμονα εαυτού ή ο δαιμόνιος Jim Morrison




Μια Ελληνική φράση που έγινε γνωστή όταν οι συγγενείς του Jim Morrison την έγραψαν στον τάφο του, κάτω από το όνομα του. Στον τάφο που έφτιαξαν αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του.


Τι σημαίνει άραγε η φράση αυτή; Γιατί την έβαλαν στον τάφο του Jim Morrison;
Θα προσπαθήσω να απαντήσω σ' αυτά τα 2 ερωτήματα, αφενός μεν ερμηνεύοντας την φράσης μέσα από ιστορικά και ετυμολογικά στοιχεία, αφετέρου δε, συνδέοντας την με τον Jim Morrison, μέσα από σελίδες του βίου του και της ποίησης του.

Η φράση "ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ" είναι Αρχαιοελληνική. Στην αρχαία Ελλάδα ο δαίμονας δεν είχε την έννοια που του αποδίδεται στα νεότερα χρόνια, του κακού, του Σατανά. Είχε την έννοια της θεότητας (οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν διάβολο).

Αντιγράφω από το "Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης" του Ιωαν. Σταματάκου

Δαμων 
-ονος () [δαω (Β)]΄ θες, θε. –
ΙΙ.  θετης || μορα, τ πεπρωμνον, εμαρμνη, τχη (καλ  κακ) || πρς δαμονα=ναντον το πεπρωμνου || σν δαμονι=μ τν ενοιαν τν θεν
ΙΙΙ.  δαμων τινς, τ. . τ προστατεον ατν πνεμα ||  κλρς τινος,  τχη του. –
ΙV. δαμονες νομζοντο κα α ψυχα τν νθρπων το χρυσο αίνος, ατινες πετλουν τν συνδετικν κρκον μεταξ θεν κα νθρπων
V. πονηρν πνεμα, διβολος (ν τ Κ.Δ.).
τυμ.: κατ τινας κ . δα- το δαω=μοιρζω, τρπον τιν δαμων= διαμοιραστς, πρβλ. 
λλοι νγουσι τν λ. ες τν . διF- (βλ. Ζες, θεος).
[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δηλ. ο δαίμων είναι θεός, η μοίρα, το πεπρωμένο, η τύχη, το πνεύμα που προστατεύει, η ψυχή, η θεότητα που ορίζει και νέμει την μοίρα.

Στον Όμηρο, ο δαίμων, σημαίνει ένα είδος προσωπικής θεότητας, που υπάρχει μέσα στο άτομο και το συνοδεύει από την γέννησή του μέχρι το θάνατο.
Από την Ιλιάδα :
 δ’ Ολυμπόν δε βεϐήκει δώματ’ ς αγιόχοιο Δις μετ δαίμονας λλους."
'κι εκείνη στο παλάτι πετάει και πάει του Δία, στον Όλυμπο, με τους θεούς τους άλλους' (μετ. Ν. Καζαντζάκης)
"οδ πιορκήσω πρς δαίμονα "
'μπρος στους θεούς εγώ όρκο ψεύτικο δεν παίρνω' (μετ. Ν. Καζαντζάκης)

Στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, ο δαίμων απο-θεοποιείται, εξελίσσεται και παίρνει την σημασία της ψυχής, του χαρακτήρα ή της ατομικής μοίρας. Λέγει ο Ηράκλειτος "ήθος ανθρώπω δαίμων",  δηλ. "Δαίμων / Θεός για τον άνθρωπο δεν είναι παρά ο χαρακτήρας του"

Με το "δαιμόνιο" του Σωκράτη, έχουμε το θεϊκό κομμάτι της ψυχής του, ο προστάτης, φύλακας και καθοδηγητής του, η εσωτερική φωνή που εμπιστευόταν και όριζε ως "θεία έμπνευσή" του. Όλοι έχουμε μέσα μας το ιερό δαιμόνιο μας.

Ο Πλάτωνας, στον Κρατύλο, ταυτίζει τον δαίμονα με τον "δαήμονα", τον γνώστη, τον σοφό (από το ρ. δάω = μαθαίνω. Από εκεί βγαίνουν οι λέξεις διδάσκω, διδάσκαλος. Δαήμων = σοφός, αδαής = αυτός που δεν γνωρίζει. Δαήμων => Δαίμων), Και από το δαίμων βγαίνει ο δαιμόνιος => επιτήδειος.

Ο δαίμονας ταυτίζεται και με την μοίρα του ανθρώπου (ευδαιμονία, κακοδαιμονία)
Στις φιλοσοφικές σχολές και ρεύματα της Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής περιόδου (Επικούρειοι, Στωικοί, Κυνικοί) συναντάμε την ευδαιμονία ως κοινό φιλοσοφικό στόχο. Ευδαιμονία δεν σημαίνει ευτυχία, αλλά διαρκή προσωπική προσπάθεια για να είναι σε υγιή και ισορροπημένη κατάσταση ο εσώτερος δαίμων μας. Η φράση «ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ», ήταν διαδεδομένη φιλοσοφική ευχή,  η ανώτατη διάκριση που μπορούσε να απονεμηθεί (μετά θάνατον) σε έναν θνητό.

 "Να ζεις κατά τον δαίμονά σου" σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου, και όχι αυτό που θέλουν οι άλλοι να είσαι. Να ζήσεις τη δική σου ζωή και να πράττεις σύμφωνα με αυτό που η συνείδηση σου θεωρεί σωστό, αδιαφορώντας για το τι θα πουν οι άλλοι.(Θ. Λαμπρόπουλος)
Μία στάση ζωής που υιοθέτησαν και επιδοκίμασαν οι Επικούρειοι φιλόσοφοι.

Οι 100 +1 καλύτεροι (μου) δίσκοι ροκ μουσικής


 

Το παιγνίδι με τις λίστες πάντα έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ποιες είναι οι καλύτερες ταινίες, τα καλύτερα αυτοκίνητα, τα καλύτερα βιβλία, οι καλύτεροι δίσκοι. Τέτοιες λίστες κυκλοφορούν πολλές, σε ειδικά περιοδικά, βιβλία, sites που ασχολούνται με το ανάλογο αντικείμενο. Συνήθης τρόπος σύνταξης τέτοιων λιστών, είναι (συνήθως σε περιοδικά) να προτείνουν διάφοροι, ειδικοί και μη, τα δέκα καλύτερα από το εξεταζόμενο είδος, και με μια ειδική βαθμολογία να καταγράφονται τα καλύτερα 10, 100 κοκ. 
Όταν κάποιος προσπαθεί να φτιάξει μια λίστα με τους καλύτερους δίσκους, όπως κάνω τώρα εδώ εγώ, και αυτή η επιλογή γίνεται μέσα από πάρα πολλούς δίσκους, αντιμετωπίζει ένα μεγάλο πρόβλημα. Ποια είναι τα κριτήρια της όποιας (αριθμητικής) επιλογής; Αν είναι να επιλέξεις τον καλύτερο ή τους 10 καλύτερους (σου) δίσκους, τότε είναι σχετικά εύκολο. Όλοι έχουμε στο μυαλό μας έναν ή δέκα δίσκους που ξεχωρίζουν πολύ περισσότερο από τους υπόλοιπους. Αν όμως θέλεις να επιλέξεις τους 100 καλύτερους (σου), τότε το πράγμα ζορίζει, και ζορίζει αρκετά, βασανιστικά. Τα κριτήρια επιλογής αμβλύνονται, και δεν είναι εύκολο να επιλέξεις κάποιον ανάμεσα σε άλλους που τους θεωρείς εξ ίσου καλούς, και αρχίζεις τις προσθαφαιρέσεις μη γνωρίζοντας μέσα σου γιατί επέλεξες κάποιους και αφαίρεσες άλλους. 

                               

Στην λίστα των 100 καλύτερων μου δίσκων της ροκ μουσικής που ακολουθεί (ανάμεσα σε 6000 περίπου ροκ δίσκους της δισκοθήκης μου),  η επιλογή είναι καθαρά προσωπική, με μοναδικό κριτήριο το συναισθηματικό δέσιμο με αυτούς και την μουσική απόλαυση που συνεχίζουν να μου προσφέρουν. Δεν μπήκαν κριτήρια εμπορικά (πόσο πούλησαν) ή πως θεωρείται ο καθένας από αυτούς στην παγκόσμια ροκ κοινότητα και τι γνώμη έχουν άλλοι (ο μόνος περιορισμός είναι έως 2 δίσκοι  για κάθε μουσικό ή γκρουπ, για πιο μεγάλη αντιπροσώπευση). Απ' έξω έμειναν άλλοι τόσοι περίπου, εξίσου πολύ καλοί δίσκοι. Δεν παρουσιάζονται αξιολογικά αλλά χρονολογικά. Θα μπορούσε να είναι και μία πολύ καλή βασική ροκ δισκοθήκη. 
Τελικά δεν είναι 100 αλλά 101. Αυτός ο ένας  (που δεν ξέρω ποιος είναι) αντιπροσωπεύει αυτούς που έμειναν εκτός λίστας

                         

 01.   Bob Dylan – Highway 61 Revisited  1965 
 02.   The Beatles – Revolver  1966 
 03.   Bob Dylan – Blonde on blonde  1966
 04.   Donovan – Sunshine Superman  1966 
 05.   The Byrds – Fifth Dimension  1966
 06.   The Beatles – Stg. Peppers Lonely Hearts Club Band  1967
 07.   Country Joe and the Fish – Electric music for the mind and body  1967
 08.   The Doors – The Doors  1967
 09.   Country Joe and the Fish – I-feel-like-I’m-fixing-to-die  1967
 10.   Jefferson Airplane – Surrealistic Pillow  1967
 11.   Cream – Disraeli Gears  1967
 12.   Jimi Hendrix – Are you experienced 1967
 13.   The Velvet Underground – The Velvet Underground and Nico  1967
 14.   Eric Burdon and the Animals – Winds of change  1967
 15.   Love – Forever changes  1967
 16.   Tim Buckley – Goodbye and Hello  1967 
 17.   Jefferson Airplane – After bathing at Baxter’s  1967
 18.   Big Brother and the Holding Company – Cheap Thrills  1968
 19.   The United States of America – The United States of America  1968
 20.   Van Morrison – Astral weeks  1968
 21.   Quicksilver Messenger Service – Quicksilver Messenger Service  1968
 22.   The Incredible String Band – Wee Tam and the Big Huge  1968
 23.   Blind Faith – Blind Faith  1969
 24.   Crosby, Stills and Nash – Crosby, Stills and Nash  1969
 25.   The Moody Blues – To our children, children, children  1969
 26.   Frank Zappa – Hot Rats  1969
 27.   Crosby, Stills, Nash and Young – Déjà vu  1970
 28.   The Grateful dead – American Beauty  1970
 29.   The Doors – Morrison Hotel  1970
 30.   Traffic – John Barleycorn must die  1970
 31.   Out of Focus – Wake up!  1970
 32.   Van Der Graaf Generator – H to He, Who Am the Only One  1970
 33.   The Allman Brothers Band – Live at Fillmore East  1971
 34.   The Who – Who’s next  1971
 35.   Deep Purple – Machine Head  1971
 36.   King Crimson – Islands  1971
 37.   Led Zeppelin – IV  1971                                          
 38.   Jethro Tull – Aqualung  1971
 39.   Rod Stewart – Every picture tells a story  1971
 40.   The Rolling Stones – Sticky fingers  1971
 41.   John Lennon – Imagine  1971
 42.   Out of Focus – Out of Focus  1971
 43.   Spirogyra – St. Radigunds  1971
 44.   The Rolling Stones – Exile on main street  1972
 45.   Wishbone Ash – Argus  1972
 46.   Yes – Close to the edge  1972
 47.   Neil Young – Harvest  1972
 48.   Lou Reed – Transformer  1972
 49.   David Bowie – The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars  1972
 50.   Amon Düül II – Wolf City 1972
 51.   The Allman Brothers Band – Brothers and Sisters 1973
 52.   Mike Oldfield – Tubular bells  1973
 53.   Pink Floyd – Dark side of the moon  1973
 54.   Lynyrd Skynyrd – Pronounced Leh-nerd Skin-nerd  1973
 55.   John Cale – Paris 1919  1973
 56.   Genesis – Selling England by the Pound  1973
 57.   Cockney Rebel – Psychomodo  1974
 58.   Lynyrd Skynyrd – Second helping  1974
 59.   Camel – Mirage  1974
 60.   Led Zeppelin – Physical Graffiti  1975
 61.   Richie Blackmore’s Rainbow – Richie Blackmore’s Rainbow  1975
 62.   Pink Floyd – Wish you were here  1975
 63.   Patti Smith – Horses  1975
 64.   Jethro Tull – Songs from the wood  1977
 65.   Stranglers – Rattus Norvegicus  1977
 66.   Sex Pistols – Never mind the bollocks, here is the Sex Pistols  1977
 67.   Television – Marquee moon  1977
 68.   Dire Straits – Dire Straits  1978
 69.   Magazine – Real life  1978
 70.   Patti Smith – Easter  1978
 71.   The Clash – London calling  1979
 72.   Neil Young – Rust never sleeps  1979
 73.   Dire Straits – Communique  1979
 74.   Joy Division - Unknown Pleasures
 75.   Joy Division – Closer  1980
 76.   Eyeless in Gaza – Photographs as memories  1981
 77.   Simple Minds – Sons and fascination/Sister feelings call 1981
 78.   Echo and the Bunnymen – Heaven up here  1981
 79.   Tuxedomoon – Desire  1981
 80.   The Cure – Pornography  1982
 81.   Eyeless in Gaza – Drumming the Beating Heart  1982
 82.   The Wipers – Over the edge  1983
 83.   True west  - Drifters  1984
 84.   The Gun Club – The Las Vegas Story  1984
 85.   The Smiths – Queen is dead  1986
 86.   U2 – Joshua tree  1987
 87.   Thin White Rope - Moonhead  1987
 88.   Εν Πλω – Εν Πλω  1989
 89.   Τρύπες - Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια  1993
 90.   Kyuss - Welcome to the Sky Valley  1994
 91.   Διάφανα Κρίνα - Έγινε η Απώλεια Συνήθειά μας  1996
 92.   16 Horsepower – Sackloth ‘n’ ashes  1996
 93.   Yo La Tengo - I Can Hear The Heart Beating As One  1997
 94.   Nick Cave – The Boatman’s call  1997
 95    Radiohead – OK Computer  1997
 96.   Tindersticks - Curtains  1997
 97.   Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Βραχνός Προφήτης  2000
 98.   Queens Of The Stone Age - Songs For The Deaf  2002
 99.   A Perfect Circle - Thirteenth Step  2003
100.  Mark Lanegan - Blues Funeral  2012
101.  Mad Season - Above  2013
 

Ludwig Van Beethoven - Κουαρτέτο εγχόρδων Νο. 14 in C# minor Op. 131




Ο τωρινός χρόνος κι ο περασμένος χρόνος
Είναι ίσως και οι δύο παρόντες στο μελλούμενο χρόνο,
Κι ο μελλούμενος χρόνος περιέχεται στον περασμένο χρόνο.
Άν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών
Όλος ο χρόνος δεν μπορεί να εξαγοραστεί.

                                                    Τέσσερα κουαρτέτα, T. S Eliot
                                                                                                                             

Ο T. S. Eliot έγραψε το καλύτερο του ποίημα, τα τέσσερα κουαρτέτα, εμπνευσμένος από τα τελευταία κουαρτέτα εγχόρδων του Ludvig Van Beethoven. "Έχω το A minor κουαρτέτο στο γραμμόφωνο" έγραψε το 1931 στον φίλο του ποιητή Stephen Spender, "θα ήθελα πολύ να αποτυπώσω κάτι από αυτά σε στίχους πριν πεθάνω"

Ανάμεσα στα διάφορα είδη μουσικών έργων της κλασσικής μουσικής, όπως είναι οι συμφωνίες, τα κοντσέρτα, οι σονάτες κλπ, ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα κουαρτέτα εγχόρδων. Τα κουαρτέτα εγχόρδων, έργα βαθιά συναισθηματικά, είναι βασικά μουσική δωματίου, και εκτελούνται από 2 βιολιά, μία βιόλα και ένα τσέλο. Με αυτό το είδος ασχολήθηκαν σχεδόν όλοι οι μεγάλοι μουσουργοί, σε μικρή ή μεγαλύτερη έκταση, και παρουσίασαν με αυτά μερικά από τα καλύτερα τους έργα.



Από όλα τα έργα που έγραψε ο Ludwig Van Beethoven, ο Τιτάνας αυτός της μουσικής, τα πιο "εσωτερικά", πλημμυρισμένα από όλα τα συναισθήματα ενός ανθρώπου με τόσο έντονη
και ταραχώδη ζωή, είναι τα 16 κουαρτέτα εγχόρδων. Τα έργα αυτά θεωρούνται τα καλύτερα κουαρτέτα εγχόρδων που έχουν γραφτεί, ιδιαίτερα τα τελευταία 5 που γράφτηκαν τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Έργα που ξεπερνούν, οτιδήποτε αυτός ή άλλος μουσικός είχε ή έχει ποτέ συνθέσει. Ακούγοντας αυτές τις νότες, καταδυόμαστε βαθιά μέσα στην ψυχή, αυτού του δύσκολου και οξύθυμου άνδρα, που είναι τώρα εντελώς κουφός. Απογυμνώνεται, εκθέτοντας τα συναισθήματα του σε μας, με τέτοιο τρόπο που οι λέξεις δεν μπορούν ποτέ να εκφράσουν.

Από αυτά τα εξαίσια έργα, αυτό που ο ίδιος θεωρούσε το καλύτερο, είναι το Νο.14 κουαρτέτο in C# minor Op. 131 . Αυτό, που όταν το άκουσε ο μεγάλος Franz Schubert αναφώνησε "Μετά από αυτό, τι μένει σ' εμάς να γράψουμε πλέον".  Επίσης ο Schubert όταν αισθανόταν να έρχεται το τέλος του, εξέφρασε την τελευταία του μουσική επιθυμία, να ακούσει αυτό το κουαρτέτο. Η επιθυμία του αυτή εκπληρώθηκε από τον φίλο του βιολονίστα Karl Holz, ο οποίος μάλιστα δήλωσε "ο Βασιλεύς της αρμονίας έστειλε στον Βασιλέα του τραγουδιού μια φιλική προσφορά για την διέλευση".
Παρομοίως ο Robert Schumann το χαρακτήρισε ως "μεγαλείο που δεν μπορούν να εκφράσουν τα λόγια" και "στο απώτατο όριο όσων έχουν μέχρι σήμερα επιτευχθεί από την ανθρώπινη τέχνη και φαντασία"

Το έργο γράφτηκε από το 1825 μέχρι το καλοκαίρι του 1826, και ήταν το προτελευταίο έργο που έγραψε ο Beethoven (πέθανε το 1827). Αποτελείται από 7 μέρη, τα οποία παίζονται χωρίς διακοπή.


Τα μέρη είναι:
1. Adagio ma non troppo e molto espressivo
2. Allegro molto vivace
3. Allegro moderato – Adagio
4. Andante ma non troppo e molto cantabile – Più mosso – Andante moderato e          lusinghiero – Adagio – Allegretto – Adagio, ma non troppo e semplice –           Allegretto
5. Presto
6. Adagio quasi un poco andante
7. Allegro

      Χειρόγραφο του έργου

Το κουαρτέτο Op. 131 είναι ένας χρονικός περίγυρος της ανθρώπινης ψυχής, που με αφετηρία την βαθιά μελαγχολία φθάνει τον υψηλό στοχασμό, για να καταλήξει ο αιώνιος Beethoven στο αισιόδοξο σάλπισμα της νίκης. Ακολουθεί ανοδική πορεία και εξυμνεί την επάνοδο στη ζωή, στο μυστήριο της νέας γέννησης.

Το πρώτο μέρος έχει την πιστότερη μελαγχολική έκφραση απ' όσες κατόρθωσε να ζωγραφίσει η μουσική. Όπως δήλωσε ο Richard Wagner "αποκαλύπτει τα πιο μελαγχολικά αισθήματα που μπορεί να εκφράσει η μουσική".
Και ενώ σβήνει αργά το μελαγχολικό πρώτο μέρος, αναπηδά το Αλλέγκρο, το δεύτερο μέρος, σαν την ζωή που βγαίνει από το σκοτάδι. Φαίνεται το χαμόγελο μιας αναστάσιμης αισιοδοξίας.
Το τρίτο μέρος είναι μια σύντομη απλή αλλαγή της εικόνας για να  φθάσουμε στο εκπληκτικό τέταρτο μέρος, ένα Αντάντε, του οποίου η φαινομενική μονοτονία παρουσιάζει απίστευτες χρωματικές και συναισθηματικές παραλλαγές, και που φθάνει στο τέλος σε μια βαθύτατη πνευματικότητα. Ο Beethoven εξιστορεί την δική του ευτυχία, την γαλήνη της ψυχής του.
Το πέμπτο μέρος είναι γεμάτο ρυθμό, με μια συγκρατημένη διάθεση στην αρχή, που προχωρά σε μια φρενήρη κατάληξη.
Στο έκτο μέρος ο συνθέτης περνά από μια βαθιά αυτοσυγκέντρωση και μετά φθάνουμε στο
εκπληκτικό έβδομο και τελευταίο μέρος, που είναι ένας καλπασμός με πολλά μαζί αισθήματα, με κυρίαρχο εκείνο της θριαμβικής νίκης, ένας πανηγυρικός ύμνος στη Ζωή. Ο Wagner είχε πει για το τελευταίο μέρος πως είναι ο χορός του σύμπαντος, όπου παραβγαίνουν  στο φρενήρη δρόμο τους η άγρια ηδονή, η ερωτική έκσταση, το οδυνηρό παράπονο, η υπέρτατη χαρά, η ηδυπάθεια και ο πόνος.

Το κουαρτέτο εγχόρδων Νο. 14 Op. 131 είναι ένα από τα μέγιστα - ή και το μέγιστο- έργο του Beethoven και μια από τις κορυφές στην ιστορία του πνεύματος.

Πηγές

Ποιος είσαι κ. Τζόουνς;


Μπαίνεις στο δωμάτιο με το μολύβι σου στο χέρι
Βλέπεις κάποιον γυμνό και λες, "ποιος είν' αυτός;"
Προσπαθείς πολύ μα δεν μπορείς να καταλάβεις
Ούτε καν τι πρόκειται να πεις όταν γυρίσεις πίσω
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Σηκώνεις το κεφάλι σου και ρωτάς, "είν' αυτό εκεί;"
Και κάποιος σε δείχνει και λέει, "δικό του είναι"
Και συ λες, "τι είναι δικό μου;" και κάποιος άλλος λέει "που, ποιο είναι;"
Και συ λες, "΄ώ, Θεέ μου, είμαι εδώ πέρα ολομόναχος;"
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Κρατάς σφιχτά το εισιτήριο και το τέρας πας να δεις
Που έρχεται αμέσως σαν σ' ακούει να μιλάς
Και λέει, "τι αίσθηση σου κάνει τέτοιο κτήνος να 'σαι;"
Και συ λες, "αδύνατο" καθώς ένα κόκκαλο σου πλασάρει
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Έχεις ένα σωρό επαφές ανάμεσα σε ξυλοκόπους
Πληροφορίες να σου δίνουν, σαν κάποιος στην φαντασία σου ορμήσει
Μα κανείς δεν σέβεται κι όλοι από σένα περιμένουν
Μια επιταγή να δώσεις στους αφορολόγητους φιλανθρωπικούς συλλόγους
Βρέθηκες με προφεσσόρους κι άρεσε σ' όλους η θωριά σου
Με νομικούς συζήτησες για λεπρούς κι απατεώνες
Έχεις ξετινάξει όλα του Σκοττ Φιτζέραλντ τα βιβλία
Είσαι πολυδιαβασμένος, είναι πασίγνωστο
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Ο τύπος που καταπίνει σπαθιά έρχεται κοντά σου
Κι ύστερα γονατίζει και κάνει το σταυρό του
Και μετά τα ψηλά τακούνια του χτυπάει
Και χωρίς άλλη προειδοποίηση σε ρωτά πως αισθάνεσαι
Και λέει "πάρε πίσω το λαρύγγι σου, σ' ευχαριστώ για το δάνειο"
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Βλέπεις τώρα αυτόν τον μονόφθαλμο νάνο να φωνάζει ΤΏΡΑ
Και συ λες, "για ποιο λόγο;" κι αυτός λέει, "πως;"
Και συ λες, "τι σημαίνει αυτό;"
Και σου ουρλιάζει εκείνος, "είσαι μια γελάδα
Δώσε μου λίγο γάλα ή αλλιώς τράβα σπίτι"
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Λοιπόν, μπαίνεις στο δωμάτιο σαν καμήλα και μετά κατσουφιάζεις
Βάζεις τα μάτια σου στην τσέπη και τη μύτη σου στο χώμα
Θα 'πρεπε να είχαν ένα νόμο, να μην σε συνεφέρνουν
Θα 'πρεπε να υποχρεωθείς ακουστικά να φορέσεις
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;
                                                                         Bob Dylan, 1965                                                                                                        (μτφρ. Γιάννης Τζώρτζης)

Ballad of a thin man. Η μπαλάντα ενός αδύνατου ανθρώπου.  Η μπαλάντα του ανθρώπου που βρίσκεται δίπλα μας. Ξανά και ξανά: έλλειψη κατανόησης, επικοινωνίας. Αλλεπάλληλες, χοροπηδηχτές ερωτήσεις. Καμία απάντηση. Ο κ. Τζόουνς στο προσκήνιο.

Δημοσιογράφος : Ποιoς είναι ο κ. Τζόουνς;
Bob Dylan : Ο κ. Τζόουνς. Δεν θα σου πω το πρώτο του όνομα. Θα μου κάνουν μήνυση.
Δημοσιογράφος : Τι δουλειά κάνει;
Bob Dylan : Είναι pinboy. Επίσης φοράει ζαρτιέρες.
                                          (Από συνέντευξη του Bob Dylan στο L.A. Free Press, 1965)


Ποιος είσαι κ. Τζόουνς; 
Από το 1965 που κυκλοφόρησε το Ballad of a thin man, o Bob Dylan ποτέ δεν αποκάλυψε την αληθινή ταυτότητα του πραγματικού κ. Τζόουνς, αν υποθέσουμε ότι είναι πράγματι υπαρκτό πρόσωπο, όσες φορές ρωτήθηκε επ' αυτού.

Είναι ο Μπράιαν Τζόουνς, ο κιθαρίστας τότε των Rolling Stones, που σε μια παραισθησιακή του έκρηξη θεωρούσε ότι σ' αυτόν αναφέρεται το τραγούδι; 
Ή ο δημοσιογράφος Τζέφρι Τζόουνς του περιοδικού Time, που το 1965 στο φολκ φεστιβάλ του Newport είχε πάρει μια ταραχώδη συνέντευξη από τον Dylan κάνοντας του ηλίθιες ερωτήσεις;
Μήπως ο δημοσιογράφος Μαξ Τζόουνς του Melody Maker που του είχε πάρει συνέντευξη το 1964 στην Αγγλία; Σε κάτι τέτοιο "συνηγορεί" η πρώτη στροφή από το τραγούδι:

Μπαίνεις στο δωμάτιο με το μολύβι σου στο χέρι
Βλέπεις κάποιον γυμνό και λες, "ποιος είναι αυτός;"
Προσπαθείς πολύ μα δεν μπορείς να καταλάβεις
Ούτε καν τι πρόκειται να πεις όταν γυρίσεις πίσω
Γιατί κάτι συμβαίνει εδώ πέρα
Αλλά τι είναι εσύ δεν ξέρεις - ξέρεις μήπως κ. Τζόουνς;

Το 1986 σε συναυλία του στην Ιαπωνία προλόγισε το τραγούδι λέγοντας "Αυτό το τραγούδι το έγραψα για ανθρώπους που κάνουν ερωτήσεις όλη την ώρα. Και αυτό είναι πολύ κουραστικό. Απλά, δεν θες να απαντάς σε άλλες ερωτήσεις."

Αλλά ο κ. Τζόουνς είναι pinboy και φορά ζαρτιέρες (είπε ο ίδιος). Είναι ομοφυλόφιλος; Πολλοί θεωρούν ότι στο Ballad of a thin man ο Dylan μιλάει για ομοφυλοφιλία. Σε πολλές φράσεις από το τραγούδι, με λίγη φαντασία, μπορεί να θεωρηθεί ότι μιλάει για ομοφυλοφιλία. Την εποχή εκείνη έκανε πολύ παρέα με τον, δηλωμένο ομοφυλόφιλο, beat ποιητή Allen Ginsberg ο οποίος σαφέστατα θα τον είχε επηρεάσει.

Στον βιογράφο του Robert Shelton είπε "θα μπορούσα να σου πω ποιος κ. Τζόουνς είναι στη ζωή μου, αλλά, όπως, καθένας έχει τους δικούς του κ Τζόουνς."

Είναι ο κ. Τζόουνς ο ίδιος ο Bob Dylan;
Ο κάθε καλλιτέχνης διαλέγει τον δικό του τρόπο να υπάρξει. Και ο Bob Dylan, στην πιο δημιουργική του φάση, δημιούργησε ορισμένους χαρακτήρες που τον άγγιξαν και φόρεσε την μάσκα τους στο δικό του πρόσωπο. 

Δεν έχει και τόση σημασία αν ο κ. Τζόουνς είναι ο Bob Dylan. Εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει, είναι η αποκάλυψη, μέσα απ' το τραγούδι, μιας γνώριμης φιγούρας μέσα στον πολιτισμό της νεολαίας. Του κ. Τζόουνς.





βασιλιάδες ή αγγελιοφόροι




Τους ρώτησαν αν θέλουν να γίνουν 
βασιλιάδες ή αγγελιοφόροι των βασιλιάδων. 
Σαν τα παιδιά, διάλεξαν όλοι το δεύτερο. 
Έτσι, υπάρχουν μόνον αγγελιοφόροι που τρέχουν 
γύρω γύρω στον κόσμο και φωνάζουν ο ένας στον 
άλλον - αφού δεν υπάρχουν βασιλιάδες - ακατανόητα μηνύματα. 
Θα ήθελαν να δώσουν ένα τέλος σ' αυτή την άθλια 
ζωή, αλλά δεν τολμούν να πατήσουν τον όρκο τους.
                                                            
                                                                             ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Dear Dirty Dublin


Δουβλίνο, η πόλη της ποίησης και της λογοτεχνίας. Η πόλη του Τζέημς Τζόυς, του Όσκαρ Ουάιλντ, του Τζόναθαν Σουίφτ, του Σάμιουελ Μπέκετ, του Τζώρτζ Μπέρναρντ Σω, του Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς κ.α.. Αγαπημένο βρωμοδουβλίνο το αποκαλούσε ο Τζόυς, που το περιέγραψε με τόση λεπτομέρεια μέσα από το μυθιστόρημα του, τον Οδυσσέα.

«Αυτό που θέλω», είπε ο Τζόυς καθώς κατηφορίζαμε την Universitatsstrasse, «είναι να δώσω μια τόσο πλήρη εικόνα τον Δουβλίνου, ώστε αν μια μέρα συνέβαίνε ξαφνικά η πόλη να εξαφανιστεί από προσώπου γης να μπορεί να αναστηλωθεί μέσα απ’ το βιβλίο μου.»
Frank Budgen, The Making of Ulysses, Indiana U. Press, 1960, σ. 67,

Αυτή την πόλη, στην οποία ρέει άφθονη η μεθυσμένη με μπύρα λογοτεχνία, κατέγραψε σε εικόνες το μάτι του φωτογραφικού φακού, διανθισμένες με κείμενα από τον Οδυσσέα του Τζόυς.




Πύργος Martello στο Sandycove, Δουβλίνο

Καμαρωτός, ο γιομάτος Μπακ Μάλλιγκαν παρουσιάστηκε στο κεφαλόσκαλο, κουβαλώντας ένα κύπελλο με σαπουνάδα που πάνω του ένας καθρέφτης κι ένα ξυράφι ακουμπούσαν σταυρωτά.
Μια κίτρινη ρόμπα, λυτή, κρατιόταν ανάλαφρα πίσω του από το ήπιο πρωινό αγέρι.
Ύψωσε το κύπελλο στον αέρα και έψαλε:

— Introibo ad altare Dei.

Διέκοψε, έψαξε με τα μάτια κατά την σκοτεινή γυριστή σκάλα και φώναξε άγρια:

— Ανέβα πάνω, Κιντς. Ανέβα πάνω, απαίσιε Ιησουίτη.

Με επισημότητα προχώρησε πιο μπροστά και καβαλλίκεψε την στρογγυλή πολεμίστρα.
Ατένισε ολόγυρα και ευλόγησε με σοβαρό ύφος τρεις φορές τον πύργο, την γύρω εξοχή και
τα αφυπνιζόμενα βουνά. Ύστερα, μόλις πήρε το μάτι του τον Στήβεν Δαίδαλο, έγειρε προς
την μεριά του και έκανε γρήγορους σταυρούς στον αέρα, γουγλουκίζοντας με τον λαιμό του
και κουνώντας το κεφάλι του.

(Οδυσσέας, κεφ. 1, Τηλέμαχος)



Πύργος Martello

Ο Χέηνς ρώτησε:
— Πληρώνετε ενοίκιο γι ’ αυτόν τον πύργο;
— Δώδεκα λίρες, είπε ο Μπακ Μάλλιγκαν.
— Στον υπουργό πολέμου, πρόσθεσε πάνω από τον ώμο του ο Στήβεν. Κοντοστάθηκαν ενώ ο Χέηνς επιθεωρούσε τον πύργο μέχρι που στο τέλος είπε:
— Θα κάνει ένα βρωμόκρυο τον χειμώνα, έτσι μου φαίνεται. Μαρτέλλο δεν τον λέτε;
— Ο Μπίλλυ ο Πιτ έβαλε και τους έχτισαν, είπε ο Μάλλιγκαν, τον καιρό που οι Γάλλοι κυριαρχούσαν στην θάλασσα. Αλλά ο δικός μας είναι ο ομφαλός.

(Οδυσσέας, κεφ. 1, Τηλέμαχος)




Oscar Wilde, Merrion Square, Δουβλίνο.

Μ’ ενα καινούργιο γέλιο τράβηξε τον καθρέφτη από τα εξεταστικά μάτια τού Στήβεν.
— Η μανία του Κάλλιμπαν που δέν αναγνωρίζει το πρόσωπο του μες στον καθρέφτη, είπε.
Μόνο που ό Wilde δεν ζει πιά για να σε δει.

[...]

— Πφφφ! ειπε ο Μπακ Μάλλιγκαν. Ξεφύγαμε από τον Wilde και τις παραδοξολογίες.
Είναι εντελώς απλό. Άποδεικνύει με την ’Άλγεβρα ότι ο εγγονός του ’Άμλετ είναι ο παππούς του Σαίξπηρ και ότι αυτός ο ίδιος είναι το φάντασμα του πατέρα του.

(Οδυσσέας, κεφ. 1, Τηλέμαχος)




Εκκλησία Αγίου Γεωργίου, Δουβλίνο


Ένα σύννεφο άρχισε να καλύπτει τον ήλιο, γεμάτα, αργά, γεμάτα. Γκρίζο. Μακριά

[...]

Κάτι τρίζει και σβουρίζει υπόκωφα ψηλά στον αέρα. Οι καμπάνες της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου. Χτυπούσαν την ώρα: ηχηρό σκούρο σίδερο.
Χάι χο! Χάί χο!
Χάί χο! Χάί χο!
Χάί χο! Χάί χο!

Παρά τέταρτο. Να το πάλι. Το υπερτόνιο συνέχισε μες στον αέρα, μια τρίτη.

(Οδυσσέας, κεφ. 4, Καλυψώ)


......μπορεί κάποια μέρα να γυρίσει σπίτι και να τον έχουν απολύσει και από τον Ελεύθερο ’Άνθρωπο όπως και από τόσες άλλες θέσεις εξ αιτίας τής οργάνωσης των εθνικιστών τής Σίν Φέιν ή των μασόνων τότε θα δούμε αν ο ανθρωπάκος πού μου έδειξε να τρέχει μούσκεμα μες στη βροχή ολομόναχος κοντά στην οδό Κόουντυς θα τον βοηθήσει πού λέει πώς είναι τόσο ικανός και πώς είναι ειλικρινής ’Ιρλανδός πατριώτης πράγματι αν κρίνει κανείς από την ειλικρίνεια των παντελονιών πού είδα πώς φόραγε στάσου να οι καμπάνες τής εκκλησίας τού Άι Γιώργη στάσου τρία τέσσερα στάσου χτύπησε δύο λοιπόν ωραία ώρα να γυρίζει σπίτι του μέσα στη νύχτα και να πηδάει το φράχτη με τα κάγκελα αν τον έβλεπε κανείς στη γειτονιά θα τού την κόψω αυτή τη συνήθεια αύριο πρώτα θα εξετάσω το πουκάμισό του για να δω ή θα κοιτάξω αν έχει ακόμα εκείνο το προφυλακτικό στο πορτοφόλι του υποθέτω πώς πιστεύει ότι δεν το ξέρω απατεώνες άντρες όλες οι είκοσι τσέπες τους δεν αρκούν για τα ψέματά τους υστέρα γιατί να τούς λέμε την αλήθεια δεν πρόκειται να σε πιστέψουν χώνονται μέσα στο κρεβάτι σαν εκείνα τα μωρά.....

(Οδυσσέας, κεφ. 18, Πηνελόπη)




Bachelor's walk με φόντο την Bachelors Inn pub


Τί του προσέδωσε ανακούφιση όταν κάθησε;
Η αγνότητα, η γύμνια, η στάση, η ηρεμία, η νιότη, η χάρη, το φύλο, η συμβουλή ενός όρθιου
αγάλματος στό κέντρο του τραπεζιού, που απεικόνιζε το Νάρκισσο, αγορασμένο σε
πλειστηριασμό από τον Π.Α. Ρεν, Μπάτσελορς Γουώκ 9.

(Οδυσσέας, κεφ. 17, Ιθάκη)


ΠΑΝΤΥ ΝΤΙΓΚΝΑΜ: (Σοβαρά.) Κάποτε δούλευα υπάλληλος στον δικηγόρο κύριο Τζών Χένρυ Μέντον, εντεταλμένο για ένορκους βεβαιώσεις και καταθέσεις, οδός Μπάτσελορς 27. Τώρα απεβίωσα λόγω υπερτροφίας του καρδιακού διαφράγματος. Κρίμα. Η καημένη η γυναίκα μου δέχτηκε ολέθριο κτύπημα. Πώς το άντεξε; Κρύψτε της την μπουκάλα με το σέρυ. (Κοιτάζει ολόγυρά του.) Έναν φανοστάτη. Πρέπει να ικανοποιήσω μιά ζωώδη ανάγκη. Ο οργανισμός μου δεν σηκώνει αυτό το βουτυρόγαλα.

(Οδυσσέας, κεφ. 15, Κίρκη)



Γέφυρα O'Connell, ποταμός Liffey

Όταν έφτασε στη γέφυρα Ο’Κόννελλ μιά μπάλα καπνού ανέβαινε από το στηθαίο. Μαούνα της ζυθοποιίας φορτωμένη μαύρη μπύρα γιά εξαγωγή. Γιά την Αγγλία. Φαίνεται πως ο θαλασσινός αέρας την ξυνίζει. Μιά επίσκεψη θα ήταν άκρως ενδιαφέρουσα, αν κατάφερνα κάποτε νά εξασφαλίσω από τον Χάνκοκ τη σχετική άδεια. Διαφορετικός κόσμος, με πλήρη οργάνωση. Περίφημες αυτές οι δεξαμενές μπύρας. Ακόμα και τα ποντίκια τα καταφέρνουν να μπουν. Πίνουνε τον άγκλέουρα μέχρι που πρήζονται σαν πνιγμένα σκυλιά. Πίνουνε μέχρι σκασμού. Πίνουν μέχρι να ξεράσουν, σαν χριστιανοί. Σκέψου να πιείς κι εσύ κατόπιν από την ίδια! Ποντίκια μες στη δεξαμενή. Αν ξέραμε πόσα και πόσα γίνονται γύρω μας.

(Οδυσσέας, κεφ. 8, Λαιστρυγόνες)




Ποταμός Liffey

Κοιτάζοντας κάτω είδε τους γλάρους να χτυπάνε με δύναμη τα φτερά τους καθώς πετούσαν κοντά στους γυμνούς τοίχους της άποβάθρας. Τρικυμία στ’ ανοιχτά. Αν εκανε μια βουτιά; Ο γιός του Ρουβήμ Τζ. πρέπει να την έκανε τούμπανο, πίνοντας αυτά τα βρωμόνερα. Ένα σελλίνι και οχτώ πέννες παραπάνω. Χα, χα! Το αστείο βρίσκεται στον τρόπο που το ξεφουρνίζει. Επίσης ξέρει τον τρόπο να διηγηθεί μιαν ιστορία. Τώρα πετάνε χαμηλότερα. Ψάχνουν για φαγητό. Περίμενε. Έριξε ανάμεσά τους ενα μπαλάκι από τσαλακωμένο χαρτί. Ο Ήλίας ερχεται, τριάντα δύο πόδια ανά δευτερόλεπτον. Μπα, καμία αίσθηση. Το περιφρονημένο μπαλάκι χτύπησε στις αυλακιές των κυμάτων και χάθηκε πλέοντας κάτω από τους πυλώνες της γέφυρας. Δεν είναι κορόιδα. Όπως την ημέρα που τους πέταξε εκείνο το μπαγιάτικο κέικ από το καράβι Ο Βασιλιάς του Έριν, το αρπάξανε μέσα στο αυλάκι του νερού είκοσι μέτρα πιο πίσω. Ζούνε με ό,τι λάχει. Στριφογύριζαν πετώντας.

(Οδυσσέας, κεφ. 8, Λαιστρυγόνες)

[...]

Στάσου. Αυτά τα κακόμοιρα τα πουλιά. Στάθηκε και αγόρασε από την πωλήτρια των μήλων δύο κουλούρια, δύο στην πέννα, έσπασε την εύθραυστη ζύμη και πέταξε τα κομμάτια στο ποτάμι. Βλέπεις τι γίνεται; Οι γλάροι όρμησαν αθόρυβα από. τα ύψη τους, πρώτα δύο, ύστερα όλοι, κι έπεσαν πάνω στη λεία τους. Τελείωσε. Δεν έμεινε ψίχουλο.

(Οδυσσέας, κεφ. 8, Λαιστρυγόνες)

[...]

Στριφογύριζαν, χτυπώντας αδύναμα τα φτερά τους. Δεν πρόκειται να τους πετάξω κι άλλα. Μία πέννα είναι αρκετή. Εξ άλλου, μου πρόσφεραν τόσες ευχαριστίες. Ούτε ένα κρώξιμο. Μεταδίδουν κι αυτοί την ασθένεια του αφθώδους πυρετού. Λένε ότι αν ταΐσεις μια γαλοπούλα με αλεύρι από κάστανα, τότε το κρέας της παίρνει τη γεύση τους. Όπως όταν κανείς τρώει γουρούνι, γίνεται κι αυτός γουρούνι. 'Όμως, γιατί τα ψάρια του αλμυρού νερού δεν είναι αλμυρά; Πώς γίνεται;

(Οδυσσέας, κεφ. 8, Λαιστρυγόνες)




Ακτή Σαντυμάουντ

Μήπως βαδίζοντας στην ακτή του Σάντυμάουντ οδεύω για την αιωνιότητα;

(Οδυσσέας, κεφ. 2, Νέστωρ)

Μέσα από τις αμμουδιές όλου του κόσμου, έχοντας στην πλάτη το φλεγόμενο σπαθί του ήλιου, όλο δυτικά, αποδημώντας σε νυχτωμένες χώρες. Και σέρνει εκείνη, αποσπά, τραβάει, έλκει, ρυμουλκεί το φορτίο της. Μια παλίρροια που φεύγει δυτικά, καθώς την οδηγεί η σελήνη με το φως της. Παλίρροιες, μυριάδες νησιά εντός της, αίμα όχι το δικό μου, οίνοπα πόντον, μια κρασοσκότεινη θάλασσα.

(Οδυσσέας, κεφ. 3, Πρωτέας)


Τετράλεξη κυματομιλία: σσηησοο, χρσσσ, ρσσσιιάιςς, οοουςς.

(Οδυσσέας, κεφ. 3, Πρωτέας)




Howth, φάρος


Το καλοκαιρινό δειλινό είχε αρχίσει να τυλίγει τον κόσμο στο μυστηριώδες του αγκάλιασμα. Πέρα μακριά στη δύση ο ήλιος εβασίλευε και οι τελευταίες ανταύγειες μιας μέρας πού βιαζόταν να φύγει καθυστερούσαν ερωτιάρικα πάνω στη θάλασσα και την ακρογιαλιά, πάνω στο περήφανο ακρωτήριο του αγαπημένου γερικου Χάουθ, που όπως πάντα επιτηρούσε τα νερά του κόλπου, τους χορταριασμένους βράχους της παραλίας του Σάντυμαουντ και, πιό πολύ απ' ολα, τη σιωπηλή εκκλησία, απ’ όπου, μέσα στη σιγαλιά, ανάβρυζε πότε-πότε ο ήχος της προσευχής προς εκείνη, η οποία, μέσα στην καθάρια ακτινοβολία της, στέκει πάντα σαν φάρος στην θυελλοδαρμένη καρδιά του ανθρώπου, τη Μαρία, το θαλάσσιο οίστρο.

[...]

Χάουθ. Τά φώτα τού φάρου τού Μπέιλυ. Δύο, τέσσερα, εξι, οχτώ, εννιά. Κοίτα. Πρέπει νά μεταβάλλονται, αλλιώς μπορεί νά τό έκλάβει κανείς γιά κάποιο σπίτι. Οί ναυαγιαιρέτες.

[...]

Ήταν σαν τις ζωγραφιές, τις οποίες συνήθιζε να ζωγραφίζει εκείνος ο άνθρωπος πάνω στο πεζοδρόμιο με κιμωλίες όλων των χρωμάτων και ήταν τόσο κρίμα να τις αφήνει εκεί να σβήσουν ύστερα από λίγο, η εσπέρα και τα σύννεφα που έρχονταν από μακριά και ο φάρος του Μπέιλυ στο ακρωτήριο Χάουθ και ο ήχος της μουσικής και το άρωμα του λιβανιού που έκαιγαν στην εκκλησία σαν αρωματισμένη αύρα.

(Οδυσσέας, κεφ. 13, Ναυσικά)





Howth


Θεέ μου, είπε ήρεμα. Η θάλασσα δεν είναι έτσι όπως την αποκαλεί ο Άλτζυ, η γκρίζα γλυκειά μας μάνα; Η μυξοπράσινη θάλασσα. Η αρχιδοσφίχτρα θάλασσα. Επί οίνοπα πόντον . Ω, Ντένταλους, οι Έλληνες. Πρέπει να σου τους γνωρίσω. Πρέπει να τους διαβάσεις στο πρωτότυπο. Θάλαττα! Θάλαττα! Είναι η μεγάλη γλυκειά μας μάνα. Έλα να την κοιτάξεις.

(Οδυσσέας, Κεφ. 1, Τηλέμαχος)

Αναπόδραστος στάσις του ορατού: τουλάχιστον αυτό αν όχι κάτι παραπάνω, σκέψη δια των ματιών μου. Τις υπογραφές στο κάθε τι βρίσκομαι εδώ για να διαβάσω, στης θάλασσας το γόνο και στης θάλασσας τη σύρτη, στην παλίρροια που φουσκώνει, σε τούτο το σκεβρωμένο στιβάλι. Μυξοπράσινο, ασημογάλανο, σκουριασμένο: χρωματισμένα σημάδια. Όρια του διαφανούς.

(Οδυσσέας, κεφ. 2, Νέστωρ)








Κολέγιο Trinity

ΜΠΛΟΥΜ: ’Ώ, ξέρω. Τό μαντρόσκυλο βρίσκεται στο πόστο του. “Όμως, είναι φοιτητής τού κολλεγίου Τρίνιτυ. Πρόκειται για τούς καλύτερους πελάτες τού καταστήματος σου. Οι κύριοι πού πληρώνουν το ενοίκιο. (Κάνει ένα μασονικό σχήμα.) Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Ανεψιός του αντιπρύτανη. Δεν θέλεις να γίνει σκάνδαλο.

ΜΠΕΛΛΑ: (’Οργισμένα.) Τού κολεγίου Τρίνιτυ! Κουβαλιούνται εδώ μέσα μετά τις λεμβοδρομίες και τα κάνουν λαμπόγυαλο χωρίς να πληρώσουν δεκάρα. Εσύ κάνεις κουμάντο εδώ μέσα; Πού είναι αυτός; Θα τον καταγγείλω. Θα τον ξεφτιλίσω, θα δει.

(Οδυσσέας, κεφ. 15, Κίρκη)

Το χαμόγελό του έσβησε καθώς προχωρούσε, κι ένα βαρύ σύννεφο έκρυψε αργά τον ήλιο, σκιάζοντας τη σκυθρωπή πρόσοψη του κολεγίου Τρίνιτυ. Τα τραμ διασταυρώνονταν, ανέβαιναν, κατέβαιναν, κουδούνιζαν. Δεν ωφελούν τα λόγια. Τα πράματα τραβούν το δρόμο τους· μέρα με τη μέρα· ομάδες αστυφυλάκων αρχίζουν τη βάρδια τους, τελειώνουν τη βάρδια τους· τα τραμ ανεβαίνουν και κατεβαίνουν.

(Οδυσσέας, κεφ. 8, Λαιστρυγόνες)


Πρόσφατα σχόλια