Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

𝐒𝐩𝐢𝐧 𝐭𝐡𝐞 𝐛𝐨𝐨𝐤 | Εκεί που η μουσική συναντά τον λόγο


Κάποιες ιστορίες δεν γράφτηκαν μόνο σε χαρτί αλλά και σε βινύλιο

Ένας δίσκος που σημάδεψε την εποχή του. Ένα βιβλίο που άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Εδώ, οι νότες συναντούν τις σελίδες. Δύο τέχνες. Μια κοινή αγωνία. Ένας δίσκος. Ένα βιβλίο. Όχι επειδή μοιάζουν. Αλλά επειδή μιλάνε για το ίδιο πράγμα. Για την υπαρξιακή και αισθητική τους αντιστοιχία. Την κοινή αγωνία, το ύφος, την εποχή. Την κοινωνία γύρω τους. Βάλτε τον δίσκο στο πικάπ. Ανοίξτε το βιβλίο. 


1. The Velvet Underground & Nico & William S. BurroughsΓυμνό Γεύμα

 

 

Υπάρχουν έργα που δεν θέλουν να σε κάνουν να νιώσεις άνετα. Θέλουν να σε ταράξουν, να σ' ενοχλήσουν. Το The Velvet Underground & Nico δεν προσπαθεί να είναι όμορφο. Δεν προσπαθεί να είναι ευχάριστο. Μιλάει για το σώμα, τα ναρκωτικά, την επιθυμία και την αποξένωση χωρίς ωραιοποίηση. Δεν εξηγεί. Δεν σχολιάζει. Καταγράφει. Ο ήχος είναι επαναληπτικός, ψυχρός, σχεδόν μηχανικός — σαν τις ζωές που περιγράφει. Το ίδιο ακριβώς κάνει και το Γυμνό Γεύμα. Ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται εύκολα, Ένα κείμενο αποσπασματικό, χαοτικό, συχνά βίαιο. Δεν αφηγείται μια ιστορία. Εκθέτει εμπειρίες. Ο Burroughs δεν έγραψε απλώς ένα βιβλίο· δημιούργησε μια νέα γλώσσα, ακριβώς όπως ο Lou Reed και ο John Cale δημιούργησαν έναν νέο ήχο που «πάντρευε» το θόρυβο με τη μελωδία.

Δεν είναι έργα για όλους. Και δεν θέλουν να γίνουν. Δεν ζητούν να τα αγαπήσεις. Ζητούν να τα αντέξεις. Και αν τα αντέξεις, σου δείχνουν έναν κόσμο που συνήθως μένει κρυμμένος. Όχι για να τον δικαιολογήσεις. Αλλά για να τον αναγνωρίσεις. Και στα δύο η τέχνη δεν παρηγορεί. Δεν εξαγνίζει. Δεν προσφέρει λύτρωση. Προσφέρει αλήθεια.  Και αυτή η αλήθεια είναι άβολη. Μιλούν για το περιθώριο όπως είναι: δύσκολο, επαναληπτικό, συχνά αδιέξοδο. Χωρίς μεταφορές. Χωρίς φίλτρα.

Η μουσική των Velvet Underground είναι το ηχητικό ισοδύναμο του να διαβάζεις Burroughs σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με μια λάμπα που τρεμοπαίζει. 

 

2. John ColtraneA Love SupremeHermann HesseΣιντάρτα

 


Υπάρχουν έργα που δεν κοιτάζουν τον κόσμο. Κοιτάζουν προς τα μέσα.

Το A Love Supreme του John Coltrane δεν είναι απλώς ένας τζαζ δίσκος. Ο Coltrane δεν παίζει απλώς μουσική· ακούει, επιμένει, επιστρέφει. Οι κραυγές του σαξοφώνου, οι πολυρρυθμίες και οι διαφωνίες δεν είναι θόρυβος· είναι η ενσωμάτωση όλης της ανθρώπινης εμπειρίας σε μια ενιαία προσευχή. Είναι εξομολόγηση. Πνευματική αφύπνιση. Ευγνωμοσύνη. Ευχαριστία προς το θείο. Το άλμπουμ είναι δομημένο σαν τελετουργία: Αναγνώριση. Απόφαση. Δοκιμασία. Ευχαριστία.

Το Σιντάρτα του Hermann Hesse δεν είναι θρησκευτικό κείμενο. Ο Σιντάρτα δεν αναζητά τη φώτιση μέσα από δόγματα ή δασκάλους. Ακολουθεί την άσκηση, την απόλαυση, την απώλεια, την απογοήτευση, μέχρι να καταλάβει ότι η σοφία δεν μεταδίδεται, αλλά βιώνεται.           

Και τα δύο συναντιούνται στο ίδιο υπαρξιακό σημείο: στην ανάγκη του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του όχι μέσω γνώσης, αλλά μέσω εμπειρίας. Η συγγένεια τους βρίσκεται στην ταπεινότητά τους. Ούτε ο Έσσε ούτε ο Coltrane υπόσχονται λύτρωση. Και τα δύο έργα είναι πνευματικές οδύσσειες. Όπως ο Coltrane χρησιμοποιεί το σαξόφωνο για να φτάσει στο Θείο, ο Έσσε χρησιμοποιεί τον Σιντάρτα για να περιγράψει την αναζήτηση της φώτισης. Είναι η απόλυτη προσευχή, δοσμένη μέσα από την τέχνη. 

Δεν είναι έργα αναζήτησης. Είναι έργα επίγνωσης. Δεν αποτελούν απλώς τέχνη, αλλά πνευματικές καταθέσεις.

Ο Έσσε γράφει ότι ο Σιντάρτα έμαθε να "ακούει" το ποτάμι. Ο Coltrane έμαθε να "ακούει" το Σύμπαν. Και οι δύο κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: Η Αγάπη είναι το μοναδικό νόημα.


Ένα playlist για τον Hermann Hesse, κομμάτια που κουβαλάνε τον ίδιο τρόπο σκέψης, τον ίδιο ρυθμό ανάσας. Σαν να γράφτηκαν με το ίδιο χέρι, απλώς σε άλλο μέσο.

(εσωτερική πορεία – πνευματική ένταση χωρίς δόγμα)

  • John Coltrane – Acknowledgement

  • Alice Coltrane – Journey in Satchidananda

  • Pharoah Sanders – The Creator Has a Master Plan

  • Terry Riley – A Rainbow in Curved Air

  • Popol Vuh – Hosianna Mantra


            3. Joy Division - Closer & Φιόντορ  Ντοστογιέφσκι - (Σημειώσεις από το) Υπόγειο                         



Υπάρχουν έργα τέχνης που δεν σου ζητούν απλώς την προσοχή, αλλά την ίδια σου τη συνενοχή. Το Closer των Joy Division και οι Σημειώσεις από το Υπόγειο του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι ανήκουν σε αυτή την κατηγορία: δεν ζητούν να τα καταλάβεις, ζητούν να αναγνωρίσεις μέσα τους κάτι που θα προτιμούσες να μην υπάρχει. Παρά τη χρονική απόσταση, τα δύο αυτά έργα συνομιλούν με μια τρομακτική, παγωμένη ακρίβεια.

Το Υπόγειο δεν είναι ένας φυσικός χώρος, αλλά μια ψυχική κατάσταση. Είναι η στιγμή που η λογοτεχνία σταμάτησε να κοιτάζει προς τα έξω και άρχισε να σκάβει στα πιο σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης ψυχής. Είναι ένας μονόλογος που στρέφεται εναντίον του εαυτού του. Ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι είναι ένας άνθρωπος υπερβολικά συνειδητός, παγιδευμένος στην ίδια του τη σκέψη. Είναι ο άνθρωπος που έχει αποσυρθεί από την κοινωνία, παρατηρεί τον κόσμο πίσω από μια χαραμάδα, αρνείται τη λογική, την πρόοδο, την ευτυχία ως σχέδιο. Προτιμά την οδύνη από την αρμονία. 

Το Closer είναι μια φωνή που επιμένει να μιλά ενώ καταρρέει. Δεν αφηγείται ιστορίες· χτίζει ένα κλειστό περιβάλλον. Τα τύμπανα είναι τελετουργικά, το μπάσο του Peter Hook αντηχεί σαν καρδιακός παλμός σε άδειο κελί, επίμονο, σχεδόν καταναγκαστικό, και η φωνή του Ian Curtis μοιάζει λιγότερο με τραγούδι και περισσότερο με αγωνία, δίνει την αίσθηση ότι το μέσα έχει καταπιεί το έξω. 

 Ο Ian Curtis δεν “ερμηνεύει”. Ο άνθρωπος του Υπογείου δεν “αφηγείται”. Και οι δύο εκτίθενται.

Η συγγένεια των δύο έργων είναι υπαρξιακή. Απορρίπτουν τη λύτρωση. Δεν οδηγούν σε κάθαρση, δεν προσφέρουν ελπίδα. Ο άνθρωπος του Υπογείου μιλάει ασταμάτητα για να αποδείξει ότι υπάρχει· ο Ian Curtis τραγουδά με μια αποστασιοποιημένη αλλά βαθιά σπαρακτική φωνή, θυμίζοντας τον μονόλογο του ήρωα του Ντοστογιέφσκι. Υπάρχει η ίδια αίσθηση του «εγκλωβισμού»—είτε αυτός είναι ένα δωμάτιο στην Αγία Πετρούπολη, είτε ένα παγωμένο studio στο Λονδίνο. 

Το Closer και το Υπόγειο μας θυμίζουν ότι η τέχνη δεν είναι πάντα για να μας παρηγορεί. Μερικές φορές, είναι εκεί για να μας δείξει ότι ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι, η ειλικρίνεια της απόγνωσης παραμένει μια μορφή ομορφιάς. Είναι η στιγμή που η υπαρξιακή αγωνία μετατρέπεται σε μνημείο, αποδεικνύοντας ότι το να υποφέρεις με συνείδηση είναι, τελικά, μια πράξη βαθιά ανθρώπινη.

 


4. The Beatles - Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band & James Joyce - Οδυσσέας

 

 

Υπάρχουν έργα που δεν ξεχωρίζουν επειδή είναι καλύτερα από όσα προηγήθηκαν, αλλά επειδή αλλάζουν το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο ορίζεται το τι μπορεί να γίνει στο μέσο τους.
Το Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band των Beatles και ο Οδυσσέας του Τζέιμς Τζόις ανήκουν ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Δεν μοιάζουν. Δεν ανήκουν στην ίδια εποχή. Δεν υπηρετούν το ίδιο κοινό. Κι όμως, λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: ως σημεία μηδέν.

Ο Τζόις στον Οδυσσέα δεν επεκτείνει απλώς το μυθιστόρημα αλλά το υποβάλλει σε διαδικασία αποδόμησης και επανασυναρμολόγησης. Δεν χρησιμοποιεί μία ενιαία φωνή, αλλά μεταπηδά από τον ομηρικό παραλληλισμό στην επιστημονική κατήχηση και από το θεατρικό ύφος στον εσωτερικό μονόλογο, δηλαδή στην απόδοση της  ρευστότητας της σκέψης. Το βιβλίο δεν αφηγείται απλώς μια μέρα στο Δουβλίνο· εξερευνά τις ίδιες τις δυνατότητες της γλώσσας. Το μυθιστόρημα μετατρέπεται σε μεταμυθιστόρημα — σε σχόλιο πάνω στις ίδιες του τις δυνατότητες. ΄Ετσι και οι Beatles εγκαταλείπουν το κλασικό φορμάτ της pop μπάντας, υιοθετούν τις περσόνες μιας φανταστικής ορχήστρας, επιτρέπουν στους εαυτούς τους να πειραματιστούν με τα πάντα και ο δίσκος γίνεται ενιαίο έργο, με συνοχή, ιδέα και εσωτερική λογική. Αποκτούν πλήρη επίγνωση της ηχογράφησης ως δημιουργικής πράξης. Το στούντιο παύει να είναι μέσο καταγραφής και γίνεται συνθετικό εργαλείο. Ο δίσκος οργανώνεται ως ενιαία εμπειρία — με θεματική συνοχή, οπτική ταυτότητα, διαδοχή κομματιών που λειτουργεί δραματουργικά.

Όταν ακούς το Sgt. Pepper’s, παύεις να ακούς μεμονωμένα τραγούδια και αρχίζεις να βιώνεις μια ενιαία εμπειρία. Όταν διαβάζεις τον Οδυσσέα, κάποια στιγμή σταματάς να ψάχνεις "τι γίνεται" και αρχίζεις να προσέχεις πώς σκέφτεται η γλώσσα. Και στις δύο περιπτώσεις, το έργο δεν είναι απλώς "τι λέει", αλλά και πώς το λέει — και γιατί αυτό το "πώς" είναι εξίσου σημαντικό με το "τι".

Και τα δύο έργα φθάνουν στην κορύφωσή τους στο τέλος. Ο Οδυσσέας του Τζόις ολοκληρώνεται με τον χαοτικό αλλά λυρικό μονόλογο της Μόλυ Μπλουμ, ενώ το Sgt. Pepper's κορυφώνεται με το αριστουργηματικό A Day in the Life. Εκεί, η καθημερινή είδηση μιας εφημερίδας μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή συμφωνία. 

Τελικά, και τα δύο έργα απέδειξαν ότι η υψηλή τέχνη μπορεί να κατοικήσει μέσα στα πιο «ταπεινά» υλικά: μια βόλτα στην πόλη ή ένα pop τραγούδι. 

Ο Οδυσσέας και το Sgt. Pepper's δεν τελείωσαν κάτι. Άνοιξαν τα πάντα. Ήταν τα σημεία μηδέν. Και από εκεί και μετά, τίποτα δεν γράφεται ή ηχογραφείται αθώα.

 

 

5. Joy Division - Unknown Pleasures & Alber Camus - Ο Ξένος

 


Η συνάντηση του Unknown Pleasures των Joy Division με τον Ξένο του Αλμπέρ Καμύ δεν είναι αισθητική· είναι υπαρξιακή. Και τα δύο έργα τοποθετούν στο κέντρο έναν άνθρωπο αποκομμένο από τον κόσμο, συναισθηματικά αποσπασμένο. Ο Μερσώ του Καμύ και η φωνή του Ian Curtis κινούνται στο ίδιο ψυχρό τοπίο: αποτυπώνουν την αίσθηση της αποξένωσης, της εσωτερικής μοναξιάς και της αναζήτησης νοήματος μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει αδιάφορος ή παράλογος. 

Στον Ξένο, η αφήγηση είναι λιτή, σχεδόν στεγνή. Τα γεγονότα περιγράφονται χωρίς ηθικό σχολιασμό. Ο Μερσώ δεν αντιδρά όπως πρέπει. Δεν πενθεί όπως θα έπρεπε. Αρνείται να υποκριθεί συναισθήματα που δεν νιώθει. Η κοινωνία τον κρίνει περισσότερο για τη συναισθηματική του απόσταση παρά για το ίδιο το έγκλημα. Στην δίκη του ο Μερσώ τιμωρείται για την απόκλιση από την κανονικότητα. Η απάθεια γίνεται έγκλημα. Η απουσία συναισθηματικής συμμόρφωσης τον καθιστά ξένο όχι μόνο προς τους άλλους, αλλά και προς το ίδιο το νόημα που η κοινωνία επιμένει να αποδίδει στη ζωή και στον θάνατο. Ο Καμύ, μέσα από λιτή γλώσσα, συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του παραλόγου: ο άνθρωπος αναζητά νόημα σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει καμία εγγύηση ότι αυτό υπάρχει.

Στον κόσμο των Joy Division η αποξένωση είναι προϊόν αστικής παρακμής, ανεργίας, κοινωνικής στασιμότητας. Το Unknown Pleasures είναι ένας δίσκος που μοιάζει να ηχογραφήθηκε μέσα στο κεφάλι του Μερσώ την ώρα που αυτός κοιτούσε τον ήλιο στην παραλία. O ήχος είναι ωμός, μινιμαλιστικός, σχεδόν μηχανικός. Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα δημιουργούν κενό και βάθος ταυτόχρονα. Οι κιθάρες δεν ξεσπούν· απλά αιωρούνται. Τα τύμπανα ακούγονται σαν απόμακρος αργός καρδιακός παλμός. Η μονοτονία του μπάσου στο "Day of the Lords" αντηχεί την ίδια συναισθηματική αποσύνδεση που νιώθει ο Μερσώ στην κηδεία της μητέρας του. Η ψυχρή φωνή του Curtis δεν δραματοποιεί· δηλώνει. Στο "Disorder" ο Curtis τραγουδά: "I’ve got the spirit, but lose the feeling". Αυτή η φράση θα μπορούσε να είναι η περίληψη της ζωής του Μερσώ. 

Ο Μερσώ οδηγείται στο έγκλημα λόγω του εκτυφλωτικού φωτός του ήλιου, ενώ οι Joy Division συνδέθηκαν με το απόλυτο αστικό σκοτάδι του Μάντσεστερ. Είτε είναι η ζέστη της Αλγερίας είτε η υγρασία και το τσιμέντο της Αγγλίας, ο άνθρωπος νιώθει "Ξένος" μέσα στο ίδιο του το σώμα. 

Ο Καμύ γράφει με καθαρές, κοφτές προτάσεις. Οι Joy Division χτίζουν με επαναλαμβανόμενα μοτίβα και ηχητικό κενό. Το Unknown Pleasures και ο Ξένος συνομιλούν μέσα από το κενό. Μιλούν για τον άνθρωπο που στέκεται απέναντι στον κόσμο χωρίς αυταπάτες. Χωρίς ψευδαισθήσεις. Χωρίς εγγυήσεις νοήματος.

 
   στο Disorder τραγουδούν 
 I've been waiting for a guide to come and take me by the hand Could these sensations make me feel the pleasures of a normal man? Lose sensations, spare the insults, leave them for another day I've got the spirit, lose the feeling Take the shock away 
 
   στο I Remember Nothing τραγουδούν
 Me in my own world and you are behind
 The gaps are enormous
 We stare from each side
 We are strangers
 For way too long 
 
 
 6. Radiohead - OK Computer & George Orwell - 1984


 

Όταν οι Radiohead κυκλοφόρησαν το OK Computer το 1997 ο κόσμος δεν είχε ακόμη παραδοθεί ολοκληρωτικά στο διαδίκτυο, στα smartphones και στην αλγοριθμική επιτήρηση. Κι όμως, ο δίσκος ακουγόταν σαν μήνυμα από ένα μέλλον που πλησίαζε απειλητικά. Σχεδόν πενήντα χρόνια νωρίτερα, ο George Orwell, με το μυθιστόρημα 1984, είχε ήδη χαρτογραφήσει μια κοινωνία όπου η παρακολούθηση, η γλωσσική χειραγώγηση και ο φόβος αποτελούν τον αόρατο ιστό της καθημερινότητας. Και τα δύο έργα εξερευνούν την αλλοτρίωση του ατόμου μέσα σε ένα σύστημα απόλυτου ελέγχου. Λειτούργησαν προφητικά, διέγνωσαν τις τάσεις της εποχής τους έτσι ώστε το μέλλον φάνηκε αναπόφευκτο. 

Στο 1984, ο Μεγάλος Αδελφός δεν είναι μόνο πολιτικός μηχανισμός· είναι ψυχολογική κατάσταση. Ο Winston Smith δεν φοβάται απλώς ότι τον παρακολουθούν, νιώθει ότι δεν υπάρχει χώρος για σκέψη. Παγιδεύεται ανάμεσα στην αγάπη του για το απαγορευμένο και την παντοδυναμία του Κόμματος. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η κανονικότητα της καταπίεσης. Τα πάντα λειτουργούν "όπως πρέπει". 

Στο OK Computer, η επιτήρηση είναι πιο διάχυτη, πιο ασαφής. Στο Paranoid Android και στο Climbing Up the Walls, η απειλή μοιάζει να προέρχεται από παντού: από τα βλέμματα, από τις φωνές, από τον ίδιο τον νου. Στο Fitter Happier, μια μηχανική φωνή απαγγέλλει κενές λέξεις και οδηγίες ζωής όπως να είσαι υγιής, παραγωγικός, κοινωνικά αποδεκτός. Το Karma Police λειτουργεί ως ένας εσωτερικός μονόλογος ενός πολίτη που έχει εσωτερικεύσει την αστυνόμευση. 

Ο Orwell περιγράφει μια κοινωνία όπου η Νέα Γλώσσα (Newspeak) αποσκοπεί στον περιορισμό της σκέψης μέσω της απλοποίησης των λέξεων.Οι Radiohead αποτυπώνουν έναν κόσμο όπου η υπερπληροφόρηση παράγει σιωπή. Και στις δύο περιπτώσεις, το άτομο ασφυκτιά. 

Εκεί όπου ο Orwell μιλά για πολιτικό ολοκληρωτισμό, οι Radiohead μιλούν για υπαρξιακό ολοκληρωτισμό που φοράει το προσωπείο της τεχνολογικής προόδου και της καταναλωτικής ευμάρειας.

Και τα δύο έργα στέκονται ως μνημεία καλλιτεχνικής τόλμης — όχι επειδή φοβήθηκαν το μέλλον, αλλά επειδή τόλμησαν να το κοιτάξουν κατάματα.



 
 
 

Περίμενα έναν οδηγό να έρθει και να με πάρει από το χέρι,
Θα μπορούσαν αυτές οι αισθήσεις να με κάνουν να νιώσω τις απολαύσεις ενός φυσιολογικού άνδρα;
Αυτές οι αισθήσεις μετά βίας μου κρατούν το ενδιαφέρον για την επόμε
https://lyricstranslate.com/el/disorder-%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1.html

Σάββατο 18 Ιουνίου 2022

Jazz της Toni Morrison

                                     

 
Ένα μυθιστόρημα που γοητεύει τα μάτια και τα αυτιά. Που το διαβάζεις και το ακούς ταυτόχρονα.
 
Η Toni Morrison εμπνέεται από μία φωτογραφία και γράφει το μυθιστόρημα Jazz, βασισμένη, όσον αφορά την δομή της αφήγησης, τον ρυθμό και τις παραλλαγές της ιστορίας, στην Jazz μουσική, χρησιμοποιώντας τα χαρακτηριστικά της, δηλ. το σύντομο εισαγωγικό βασικό θέμα-μελωδία και τους αυτοσχεδιασμούς-παραλλαγές.
 
Η Morrison τοποθετεί την ιστορία της στα μέσα της δεκαετίας του 1920, μιας δεκαετίας που οι Αφρο-αμερικανοί αρχίζουν να βρίσκουν τα βήματα τους στον κοινωνικό ιστό, κυρίως στις πόλεις. Και μια δεκαετία όπου η Jazz, ως η νέα μουσική, ενσωμάτωσε και εξέφρασε μια νέα αίσθηση ατομικής ελευθερίας και έγινε συνώνυμη με την κουλτούρα από την οποία ξεπήδησε.
 
Έτσι η Morrison, ακολουθώντας την δομή της Jazz μουσικής, εισάγει μέσω του αφηγητή το βασικό θέμα-μελωδία: την ιστορία του Τζο και της Βάιολετ, ενός 50χρονου έγχρωμου ζευγαριού που μετανάστευσε στην Πόλη (Ν. Υόρκη – Χάρλεμ) από τις νότιες πολιτείες, τον έρωτα του Τζο για τη 18χρονη Ντόρκας και τη δολοφονία της νεαρής ερωμένης του "ένας από εκείνους του ολέθριους, τρομακτικούς έρωτες που τον έκανε να νιώθει τέτοια θλίψη και ευτυχία ώστε την σκότωσε μόνο κα μόνο για να κρατήσει ζωντανό τούτο το αίσθημα", καθώς και τη βίαιη επίθεση της Βάιολετ με μαχαίρι στο πρόσωπο της νεκρής Ντόρκας, στην κηδεία της. Μια παράγραφος όλη η ιστορία.
 Αυτή η ιστορία είναι η "βασική μελωδία"του μυθιστορήματος. Στην συνέχεια παρουσιάζονται ένας-ένας οι χαρακτήρες, δίνοντας την δική τους περιγραφή στην ιστορία, ξανα διηγώντας την και επιτρέποντας στον αναγνώστη να την ξαναζήσει μέσω της δική τους προοπτικής. Και όπως ένας σολίστ της τζαζ που αυτοσχεδιάζει σε ένα βασικό θέμα και στην πορεία του αυτοσχεδιασμού συνεχώς επινοεί, επεξεργάζεται, παρεκκλίνει και εξερευνά, έτσι και ο αφηγητής κάνει το ίδιο πράγμα με αυτήν τη "μελωδία", την ιστορία έρωτα-πάθους που περιγράφεται στις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος.
 Η φωνή του αφηγητή και των χαρακτήρων-σολίστ, αυτοσχεδιάζει μια ιστορία, ή και πολλές, προσθέτοντας συνεχώς, αναθεωρώντας, επινοώντας, με συνεχόμενα μπρος-πίσω ανάμεσα στους διάφορους χαρακτήρες. Η ίδια η Morrison λέει στον πρόλογο "δεν ήθελα απλώς ένα μουσικό υπόβαθρο. Ήθελα η δουλειά μου να είναι μία εκδήλωση της ευφυίας, του αισθησιασμού, της αναρχίας της μουσικής· της ιστορίας της, του φάσματός της, της νεωτερικότητάς της".
 
Και η Morrison μέσα από αυτή την απλή ιστορία μιλάει για ρατσισμό, επιμειξία, ισότητα φύλων, κοινωνική ισότητα, έρωτα, πάθος, αποπλάνηση, απόγνωση, συγχώρεση, εξιλέωση, χωρίς ποτέ να γίνεται μελόδραμα.
 
Και όπως κάθε κομμάτι της Jazz βασίζεται πάνω στην rhythm section, μπάσο-ντραμς δηλαδή, που κρατάνε τον ρυθμό και γεμίζουν με ηχόχρωμα την μουσική, έτσι και η Morrison χρησιμοποιεί ως βάση την Πόλη (πάντα με κεφαλαίο Π). Αυτή προστατεύει, διδάσκει αλλά και τσακίζει. Εκεί που ζουν, περπατούν, διασκεδάζουν, ερωτεύονται, ονειρεύονται και πεθαίνουν οι ήρωές της.
"Τρελαίνομαι γι’ αυτή την Πόλη. Το φως της μέρας γέρνει σαν ξυράφι και κόβει τα κτίρια στη μέση. Στο πάνω μισό, βλέπω πρόσωπα να χαζεύουν τον δρόμο, αλλά δεν είναι εύκολο να ξεδιαλύνω ποια είναι τα ανθρώπινα και ποια τα λαξεμένα στην πέτρα. Κάτω, στη σκιά, συμβαίνουν τα συνηθισμένα: κλαρινέτα και ερωτικά αγκαλιάσματα, γρονθοκοπήματα και φωνές λυπημένων γυναικών. Μια πόλη σαν κι αυτή μου φέρνει όνειρα γεμάτα αυτοπεποίθηση, με κάνει να νιώθω μέσα στα πράγματα. Πάμε"
"Κάνε ότι σου αρέσει στην πόλη, αυτή είναι πάντα εκεί να σε προστατεύει και να σε τυλίγει, ότι και αν κάνεις"
"Κανείς δεν λέει πως είναι ωραία εδώ, ούτε και εύκολα, αλλά είναι ξεκάθαρα. Αν μάθεις καλά τους δρόμους που ξετυλίγονται μπροστά σου, η πόλη δεν μπορεί να σε βλάψει. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από το δρομολόγιο που έχει χαράξει η πόλη για σένα"
"Ένα είναι σίγουρο: οι δρόμοι θα σε μπερδέψουν, θα σε διδάξουν ή θα σε τσακίσουν"
 
Μπορεί η Morrison να αναφέρεται στην Jazz της δεκαετίας του 1920, το Swing, πιστεύω όμως ότι όταν έγραφε την δική της Jazz, είχε στο μυαλό της την μετέπειτα εξέλιξή της μουσικής, που έζησε και η ίδια. Το μυθιστόρημα έχει τον θυμό και την οργή της Bebop του Charlie Parker, την νοσταλγία και την θλίψη του Sadness του Ornette Coleman, την εξιλέωση του A Love Supreme του John Coltrane, την rhythm section και το ηχόχρωμα του Charlie Mingus, την συγχώρεση του Don’t blame me του Thelonious Monk, την απόγνωση του Volunteered Slavery του Rahsaan Roland Kirk, τον έρωτα, την αγάπη και την ολοκλήρωση του Kind of Blue του Miles Davis.
 
Ένα μεγάλο μυθιστόρημα.
Εξαιρετική η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά
 
Νομπέλ λογοτεχνίας 1993

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! του Γουίλιαμ Φώκνερ

Το Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ! είναι το 9ο μυθιστόρημα του νομπελίστα (1949) Αμερικανού συγγραφέα Γουίλιαμ Φώκνερ, που κυκλοφόρησε το 1939, και θεωρείται ως το καλύτερο του μυθιστόρημα (μαζί με την Βουή και την Μανία), καθώς και το καλύτερο μυθιστόρημα του 20ου αιώνα που γράφτηκε στην Αμερική. Υπάρχουν βέβαια και πολλοί που το θεωρούν ως το καλύτερο του 20ου αιώνα γενικά. Και μόνο που διεκδικεί αυτή την πρωτιά από έργα όπως τον Οδυσσέα του Τζόις, το Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο του Προυστ, την Δίκη του Κάφκα ή το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, δείχνει την τεράστια αξία του.

To Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ! είναι η ιστορία ενός θρύλου και των ανθρώπων που την διηγούνται ξανά και ξανά. Τον Σεπτέμβριο του 1909, ο 20χρονος Κουέντιν Κόμπσον πηγαίνει να επισκεφθεί τη Ρόζα Κόλντφιλντ, μια ηλικιωμένη γυναίκα, στην πατρίδα του το Τζέφερσον του Μισισιπή. Η Μις Ρόζα τον κάλεσε για να του διηγηθεί την εκδοχή της για τον θρύλο του Τόμας Σάτπεν, τον διάβολο όπως αυτή τον αποκαλεί.  Εκείνη την ίδια νύχτα, ο Κουέντιν επαναλαμβάνει την ιστορία με τον πατέρα του, ο οποίος την διηγείται  από μία διαφορετική οπτική γωνία. Πέντε μήνες αργότερα, όταν ο Κουέντιν  πηγαίνει στο Χάρβαρντ, ανακαλύπτει ξανά την ιστορία με τον συγκάτοικο του, τον Καναδό Σρηβ, όταν ο τελευταίος τον ρωτάει ''τι γίνεται εκεί κάτω στον Νότο;''. Είναι η ιστορία του μυστηριώδους και φιλόδοξου νεαρού Τόμας Σάτπεν που εμφανίζεται στην επαρχία Γιοκναπατόφα του Μισισιπή, χωρίς παρελθόν, με σκοπό να φτιάξει ένα παλάτι και μιά φυτεία, να παντρευτεί και να δημιουργήσει μια οικογένεια με απογόνους φυλετικά καθαρούς, χωρίς ίχνος νέγρικου αίματος. Οι προσδοκίες του όμως δεν εκπληρώνονται, γιατί κάποια από τα παιδιά του δεν είναι φυλετικά καθαρά και αρνείται να αναγνωρίσει ως γιό του το πρώτο του παιδί, και όταν αυτός επιδιώκει να παντρευτεί την ετεροθαλή αδελφή του γίνεται απειλή για την οικογένεια λόγω της αιμομειξίας και επιμειξίας και δολοφονείται από τον ετεροθαλή αδελφό του. Τραγικά πρόσωπα σαν σε αρχαία ελληνική τραγωδία.

Οι δύο πρώτοι αφηγητές εξαφανίζονται και μετά τους κουβαλά μαζί του ο Κουέντιν, στην μνήμη του, ερμηνεύοντας το παρελθόν  πηγαίνοντας συνεχώς μπρος-πίσω.

''Ο Κουέντιν είχε μεγαλώσει με τέτοιες ιστορίες, ακόμα και τα ονόματα ήταν εναλλάξιμα και σχεδόν αναρίθμητα. Τα παιδικά του χρόνια ήταν γεμάτα απ' αυτά. Το ίδιο του το σώμα μια αδειανή αίθουσα όπου αντηχούσαν τα μεγάλα ηττημένα ονόματα. Δεν ήταν ένα πλάσμα, μια οντότητα, ήταν μια πολιτεία.''

''Είναι η ιστορία του Τόμας Σάτπεν, η ιστορία ενός άντρα που ήθελε έναν γιο κι απέκτησε πάρα πολλούς, τόσους πολλούς που τον κατέστρεψαν. Συμπωματικά είναι και η ιστορία του μίσους του Κουέντιν Κόμπσον για τα ελαττώματα της χώρας που αγαπάει... Είναι η ιστορία της εκδίκησης του Σάτπεν για την προσβολή που υπέστη ως παιδί και της εκδίκησης του Τσαρλς Μπον, του μη αναγνωρισμένου γιού του από προηγούμενο γάμο του,  για την προσβολή που υπέστησαν αυτός και η μητέρα του από τον Σάτπεν που προσπαθούσε να εκδικηθεί..." είχε πει ο ίδιος ο Φώκνερ.       

Το Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ! δεν αφηγείται όμως απλώς την ιστορία του Σάτπεν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο δύο νέοι, ο Κουέντιν και ο Σρηβ, πασχίζουν μετά από πολλά χρόνια να ανασκευάσουν τον χαρακτήρα του Σάτπεν, γοητευμένοι από ελάχιστα γνωστά γεγονότα της ζωής του. Προσπαθούν ακόμα και μέσω πολλών εικασιών, συχνά αστήρικτων, να δουν τι είδους άνθρωπος υπήρξε, αλλά και να δικαιολογήσει, ο Κουέντιν, την ήττα των Νοτίων στον Εμφύλιο.

''Ούτε που φανταζόταν τότε ότι υπήρχε τέτοιος τρόπος να ζει ή να θέλει να ζει κανένας, ή πως υπήρχαν για να τα επιθυμήσει όλα τα πράγματα που υπήρχαν, ή πως όσοι είχαν τα πράγματα όχι μόνο μπορούσαν να περιφρονούν όσους δεν τα είχαν, αλλά και να ενισχύονται στην περιφρόνηση τους όχι μόνο από όσους άλλους είχαν κι εκείνοι πράγματα μα κι από εκείνους ακριβώς που αποτελούσαν τα αντικείμενα της περιφρόνησης που δεν είχαν πράγματα κι ήξεραν ότι ποτέ δε θα ´χαν.''

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία του Σάτπεν φτάνει ως εμάς: μέσω αφηγήσεων - αποκαλύψεων, όπου ο κάθε αφηγητής την παρουσιάζει έτσι όπως την έχει καταλάβει, με χρονολογική ασυνέχεια, άλλοτε κρύβοντας ή ανασκευάζοντας διάφορα στοιχεία και πολλές φορές προσθέτοντας γεγονότα από την φαντασία του για να καλύψει κάποια κενά της ιστορίας, ενώ παράλληλα πολλά γεγονότα φιλτράρονται διαμέσου των εμμονών, κυρίως  των δύο νέων. Κάποιες φορές παρουσιάζουν τα πράγματα διαφορετικά, άλλες φορές λένε προφανώς ψέματα, γεγονότα που δεν ξέρουν προσπαθούν να τα κατασκευάσουν, γεγονότα που συνέβησαν τα χρόνια γύρω από τον Εμφύλιο.


                                   

Ο Φώκνερ μας δείχνει πως διαφορετικοί άνθρωποι, σε διαφορετικές εποχές, αλληλεπιδρούν με το παρελθόν, και πως ερμηνεύουν το παρελθόν διαφορετικά μέσα από την δικά τους ματιά, τα αισθήματα τους και τις δυνατότητες τους. Οι ερμηνείες τους δεν είναι αντικειμενικές αλλά είναι ανάλογες με τα βιώματα τους και την μνήμη τους. Όπως

''...εκείνη την ακοίμητη φροντίδα που πρέπει να 'ξερε  πως δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της ούτε ένα λάθος· εκείνη την ετοιμότητα να μετράει και να ζυγιάζει το γεγονός ενάντια στην πιθανότητα, τη σύμπτωση ενάντια στην ανθρώπινη φύση, τη δικιά του σφαλερή κρίση και θνητή ουσία ενάντια όχι μόνο στις ανθρώπινες μα και στις φυσικές δυνάμεις...''

Το Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! είναι ένα πολύ δύσκολο ανάγνωσμα κυρίως λόγω του τρόπου που είναι γραμμένο. Ο Φώκνερ καταφέρνει να σε κάνει συμμέτοχο στην ακρόαση αλλά και στην αφήγηση. Το βιβλίο έχει ένα ωραίο ρυθμό που καλείσαι να τον ακολουθήσεις με ευλάβεια, αλλά έχει φροντίσει ο Φώκνερ ώστε να τον χάνεις συνεχώς. Και έτσι πας συνέχεια μπρος πίσω για να ξαναδιαβάσεις μία πρόταση, μία παράγραφο, μία σελίδα ή και ολόκληρο κεφάλαιο. Και τότε το κείμενο φωτίζεται. Και αναρωτιέσαι τι δεν καταλάβαινες.  Το καλά κρυμμένο νόημα ή μήπως είναι ο τρόπος που γράφει; Μαγική γραφή. Η χρήση των σημείων στίξης ή η σχεδόν απουσία τους, οι μεγάλες προτάσεις, η ενδιάμεση παράθεση σκέψεων (stream of consciousness), η πολυεπίπεδη αφήγηση με πολλούς αφηγητές της ίδιας ιστορίας που πολλές φορές δεν ξέρεις ποιος αφηγείται,  ο καθένας με το δικό του τρόπο προσθέτει ή αφαιρεί ή ανασκευάζει την ιστορία,  τα γεγονότα δεν παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά αλλά υπάρχει μία συνεχής χρονική αλληλοκάλυψη, γεγονότα αναιρούνται και παρουσιάζονται με άλλο τρόπο, και το βασικότερο είναι ότι οι λεπτομέρειες σου φανερώνονται σαν φωκνερικό βασανιστήριο. Το βασανιστήριο της σταγόνας. Δεν καταλαβαίνεις πολλά, αλλά όσο προχωράς στο διάβασμα, μαθαίνεις ότι κάπου παρακάτω, ίσως μετά από πολλές σελίδες, στην ροή του λόγου, θα σου δώσει την απάντηση με ένα φυσικό τρόπο, σαν να μη τρέχει τίποτα, και θα φωτίσει κάτι από τα προηγούμενα, αλλά όχι όλα, έχει και παρακάτω. Έτσι και εσύ ως ακροατής της ιστορίας την φτιάχνεις και την ανασκευάζεις συνεχώς. Και αναρωτιέσαι τι είναι το σημαντικό, η ιστορία ή η γραφή; Περιμένεις την συνέχεια της ιστορίας ή τον τρόπο που θα την πει; Ο λόγος είναι χειμαρρώδης και ποιητικός! Είναι ένα μυθιστόρημα ποιητικό ή ένα ποίημα μυθιστορηματικό; Eίναι ένα ποίημα! Λογοτεχνία για την λογοτεχνία!

''...ανάρρωνε από τον πυρετό που 'χε γιατρέψει την ασθένεια, ξυπνώντας απ' τον πυρετό χωρίς να ξέρουν καν πως είχαν πολεμήσει τον πυρετό τον ίδιο κι όχι την αρρώστια, κοιτάζοντας μ' αθεράπευτη επιμονή προς τα πίσω πέρα απ' τον πυρετό και μέσα στην ασθένεια με θλίψη αληθινή, αδύναμα απ' τον πυρετό όμως λευτερωμένα απ' την ασθένεια και χωρίς καν να συνειδητοποιούν πως η ελευθερία τους ήταν εκείνη της αδυναμίας.''

Και όταν τελείωσεις την ανάγνωση όλου του βιβλίου, ήδη το έχεις διαβάσει δυό τρείς φορές.. Μετά γίνεται δικό σου. Είναι από τα έργα που και όλη την ιστορία να σου πουν, η λογοτεχνική απόλαυση δε μειώνεται στο ελάχιστο. Η γραφή του είναι μοναδική!

Το βιβλίο αυτό ήταν μια αποκάλυψη για μένα. ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ!

"...Πιστεύω ότι μια μέρα οι Τζιμ Μποντ θα κατακυριεύσουν το δυτικό ημισφαίριο. Φυσικά δε θα' ναι ακριβώς στην εποχή τη δική μας και φυσικά καθώς θ' απλώνονται κατά τους πόλους θα ξανασπρίσουν όπως γίνεται με τα κουνέλια και με τα πουλιά, για να μην κάνουν μεγάλη αντίθεση με το χιόνι. Μα δε θα πάψουν να' ναι Τζιμ Μποντ. Κι έτσι σε μερικές χιλιάδες χρόνια, εγώ που σε κοιτάζω θα' ‘χω ξεπεταχτεί απ' τα λαγόνια Αφρικανών βασιλιάδων...."

 

 

 

Πρόσφατα σχόλια